Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Γενίτσαροι


1. Στρατολόγηση και εκπαίδευση

Οι γενίτσαροι (yeni çeri, που σημαίνει «νέος στρατός») ανήκαν στους «δούλους της πύλης / του σουλτάνου» (kapıkulları). Ο θεσμός αυτός, η χρήση δηλαδή βασιλικών σκλάβων στο στρατό και τη διοίκηση, εντάσσεται σε μια μακραίωνη μεσανατολική παράδοση (με καταβολές στο αρχαίο Ιράν, την κεντρική Ασία και τους Σελτζούκους) και εξασφάλιζε θεωρητικά την απόλυτη κυριαρχία του σουλτάνου, που είχε έτσι στη διάθεσή του ένα σώμα αφοσιωμένων και πειθαρχημένων ακολούθων, επάνω στους οποίους είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου. Οι σκλάβοι αυτοί συνήθως ήταν αιχμάλωτοι πολέμου ή όμηροι από νεοκατακτημένες περιοχές. Επίσης μπορεί να προέρχονταν από σκλαβοπάζαρα, ή, τέλος, από το περιβόητο παιδομάζωμα (devşirme).1

Οι πρώτες αναφορές για το παιδομάζωμα χρονολογούνται στα τέλη του 14ου αιώνα· η ακμή του θεσμού τοποθετείται στο 15ο και 16ο αιώνα, ενώ τελευταίες αναφορές γι' αυτό έχουμε στις αρχές του 18ου. Κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ειδικοί αξιωματούχοι από την Κωνσταντινούπολη γύριζαν σε χριστιανικά χωριά των Βαλκανίων, κυρίως της Αλβανίας και της Σερβίας, αλλά και της Μικράς Ασίας, και επέλεγαν αρσενικά παιδιά χριστιανών 8-20 ετών. Τα παιδιά αυτά μεταφέρονταν στην πρωτεύουσα και εκεί περνούσαν από μια πρώτη διαδικασία επιλογής: τα εξυπνότερα και ικανότερα ονομάζονταν iç oğlanı και έμεναν στο παλάτι, ενώ τα υπόλοιπα στέλνονταν σε οικογένειες Τούρκων στην ύπαιθρο προκειμένου να μάθουν τη γλώσσα και τους τύπους της θρησκείας, λίγα χρόνια μετά εκπαιδεύονταν στη στρατιωτική τέχνη και πειθαρχία (οπότε και ονομάζονταν acemî oğlan) και εντάσσονταν σε επίλεκτα σώματα τυφεκιοφόρων, τους περίφημους καθαυτό γενίτσαρους (yeniçeri), ή και σε άλλα έμμισθα σώματα, όπως τους «οπλουργούς» ή cebeci, τους «πυροβολητές» και κατασκευαστές κανονιών (topçu), τους λογχοφόρους ιππείς ή σπαχήδες (kapukulu süvarileri, sipahişer, οι σπαχήδες αυτοί δεν πρέπει να συγχέονται με το ομώνυμο σώμα τιμαριούχων ιππέων).

Τα σώματα αυτά αποτελούσαν τις τρόπον τινά επίλεκτες μονάδες του οθωμανικού στρατού, ιδίως κατά το 15ο και 16ο αιώνα, οπότε και χρησιμοποιούσαν πυροβόλα όπλα (το μεγάλο πλεονέκτημα των Οθωμανών) σε αντίθεση με τους λογχοφόρους σπαχήδες. Από το 17ο αιώνα και μετά και άλλα σώματα (κυρίως μισθοφορικά) χρησιμοποιούν πλέον μουσκέτα, ο ρόλος των γενιτσάρων όμως στον πόλεμο παραμένει σημαντικός, καθώς ουσιαστικά αποτελούν το κύριο σώμα του μόνιμου στρατού της αυτοκρατορίας.

Δεν ήταν όμως μόνο στρατιωτικός ο σκοπός του παιδομαζώματος. Τα παιδιά που επιλέγονταν για υπηρεσία στο παλάτι, τα iç oğlanı, εκπαιδεύονταν στα γράμματα, μάθαιναν γραφή και ανάγνωση, καθώς και διάφορες τέχνες· ύστερα από δύο ως εφτά χρόνια περνούσαν από μια δεύτερη διαδικασία επιλογής και τέλος έβγαιναν από το παλάτι με διάφορους βαθμούς της στρατιωτικής και διοικητικής ιεραρχίας. Από τα μέσα του 15ου αιώνα και μετά, όλη η ανώτερη και ανώτατη διοίκηση, του μεγάλου βεζίρη συμπεριλαμβανομένου, αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τέτοιους δούλους του σουλτάνου.2

2. Παρακμή του συστήματος στρατολόγησης

Ήταν τέτοιες οι προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας από την ένταξη στο σώμα των δούλων του σουλτάνου ώστε πολύ σύντομα μουσουλμανικές οικογένειες άρχισαν παράτυπα να επιδιώκουν, με διάφορους τρόπους, την ένταξη των παιδιών τους στην κατηγορία αυτή. Για το λόγο αυτό άλλωστε οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας κατέκτησαν από νωρίς το δικαίωμα να συμμετέχουν στο παιδομάζωμα όπως και οι χριστιανοί.


Είναι κοινός τόπος σε όλα τα συμβουλευτικά κείμενα, τα οποία διεκτραγωδούν την κατάσταση της αυτοκρατορίας και προτείνουν μέτρα για την επάνοδο στην παλαιότερη ακμή, η έμφαση στην παρακμή του σώματος των γενιτσάρων. Συχνά αναφέρεται η καταστρατήγηση των κανόνων που από παλιά ρύθμιζαν την οργάνωση και την ιεραρχία τους (απαγόρευση γάμου ή ενασχόλησης με άλλες δραστηριότητες), κυρίως όμως στηλιτεύεται η χωρίς λόγο υπέρμετρη αύξηση του αριθμού τους.3 Ορισμένοι αριθμοί που δίνονται είναι χαρακτηριστικοί. Σύμφωνα με τον σπουδαίο λόγιο Χεζαρφέν Χουσεΐν Εφέντη, το σύνολο των στρατιωτών που μισθοδοτούνταν από το κρατικό ταμείο εκτινάχτηκε από 48.000 περίπου επί Σουλεϊμάν Α΄ σε 100.000 στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα. Κατά τη βασιλεία του Μουράτ Δ΄ (1623-40) ο αριθμός τους μειώθηκε σχεδόν στο μισό (59.000), για να φτάσει πάλι στις 95.000 το 1670.4

Για να κατανοήσουμε τα αίτια αυτής της αλματώδους αύξησης αρκεί να αναλογιστούμε τη μείωση του αριθμού των νεοσυλλέκτων (acem oğlanı) από 7.745 το 1568 σε 4.372 το 1670, ενώ αντίστοιχα ο αριθμός των γενιτσάρων αυξήθηκε από 12.789 σε 53.849.5 Η αύξηση λοιπόν δεν οφείλεται σε ένταση του παιδομαζώματος, το οποίο άλλωστε φαίνεται να είχε ατονήσει από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αιώνα σε αντίθεση με το ποσοστό των αγορασμένων σκλάβων και των αιχμαλώτων πολέμου, αλλά –όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω– στην εισχώρηση στις τάξεις των γενιτσάρων διαφόρων ξένων στοιχείων, τα οποία δεν προέρχονταν από το παιδομάζωμα αλλά ούτε και από τις άλλες πηγές σκλάβων.

Στα κείμενα της λεγόμενης συμβουλευτικής γραμματείας είναι κοινός τόπος οι αναφορές σε Τσιγγάνους και σε «παιδιά της πόλης» (şehr oğlanları, δηλαδή νεαρούς μουσουλμάνους από τις κατώτερες τάξεις της Κωνσταντινούπολης), που είχαν παράτυπα ενταχθεί στους γενιτσαρικούς καταλόγους· οι καταγγελίες αυτές συμπληρώνονται συνήθως με «Τούρκους» (μουσουλμάνους αγρότες, δηλαδή, από τη μικρασιατική ύπαιθρο), Λαζούς και άλλες μουσουλμανικές εθνότητες.6 Σύμφωνα με τον Κοτσί Μπέη, η αρχή του κακού έγινε όταν διάφορα άτομα τα οποία βοήθησαν στις γιορτές του 1574 συγκρατώντας τα πλήθη με λαδωμένα τουλούμια ζήτησαν και πέτυχαν να εγγραφούν ως γενίτσαροι.7 Το 1610 αναφέρεται ότι οι γενίτσαροι μπορούν να γράψουν τους πρωτότοκους γιους τους στους καταλόγους, όχι όμως τους υπόλοιπους απογόνους τους.8 Στα μέσα πάντως του 17ου αιώνα αναφέρεται ότι οι θαλαμοφύλακες των γενιτσάρων έγραφαν στα κατάστιχα μπακάληδες και χαμάληδες, με συνέπεια τη διαμαρτυρία των νεοσύλλεκτων acemî oğlan.9

Τόσο εύκολο ήταν να γραφτεί κάποιος γενίτσαρος ώστε, σύμφωνα με ένα μαρτυρολόγιο, την ίδια εποχή ο Αρμένιος Γαβριήλ, ο οποίος μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγαλύτερου αδελφού του εξισλαμίστηκε και γράφτηκε όπως και εκείνος στους γενιτσάρους· στη συνέχεια λιποτάκτησε, επανήλθε στην αρχική θρησκεία του και εκτελέστηκε το 1662.10 Στα τέλη του ίδιου αιώνα πολλοί φέρονται μάλιστα να γράφονται στους καταλόγους των γενιτσάρων χωρίς να πληρώνονται, μόνο και μόνο για να απολαμβάνουν φορολογικές απαλλαγές.11 Το 1765 ο διαβόητος φαναριώτης Σταυράκογλου φέρεται μάλιστα, αν και χριστιανός, να «είναι απ’ τους αλτμής μπες κη αυτός γιανίτζαρης γραμμένος/ και είναι μέσα ‘ς τον ορτάν πολύ εξακουσμένος», τόσο που ο μποσταντζήμπασης φοβάται να τον εκτελέσει «μήπως οι γιολντάσιδες έλθουν καί τόν επάρουν».12 Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Αθανάσιος Κομνηνός-Υψηλάντης μπορεί πλέον να γράψει απλώς ότι «ο τίτλος των γιαννιτζάρων εστί κληρονομικός· το περισσότερον μέρος των Τούρκων καταγράφεται εις εν τάγμα γιαννιτζάρων με την εκλογή τους διά να απολαμβάνωσι τα προνόμια».13

3. Ο ρόλος των γενιτσάρων στη ζωή της πρωτεύουσας

Ένα φαινόμενο που τονίζεται συχνά από την οθωμανική πολιτική γραμματεία είναι η ενασχόληση πολλών δούλων της πύλης με διάφορες δραστηριότητες ξένες προς την αποστολή τους, κυρίως με κερδοφόρες εμπορικές επιχειρήσεις·14 σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι επιχειρήσεις αυτές δεν είναι καν νόμιμες. Αναφέρεται, για παράδειγμα, η συνεργασία γενιτσάρων με απίστους για το λαθρεμπόριο κρασιού,15 ή η παράνομη ενασχόληση γενιτσάρων με το δουλεμπόριο.16 Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι ολόκληρο αυτό το ιστοριογραφικό μοτίβο εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο είδος «λόγου της παρακμής» και πρέπει να εξετάζεται με προσοχή. Στην πραγματικότητα, η οικονομική δραστηριότητα δεν ήταν ποτέ ασύμβατη με την ιδιότητα του «στρατιωτικού» (‘askerî) και δούλοι του σουλτάνου –είτε γενίτσαροι είτε αξιωματούχοι– ασκούσαν αγροτικές και εμπορικές δραστηριότητες ήδη (τουλάχιστον) από τις αρχές του 16ου αιώνα.17 Άλλωστε, κάποιες από τις δραστηριότητες αυτές είχαν ενίοτε όχι συμπληρωματικό αλλά βιοποριστικό χαρακτήρα, ιδίως όσον αφορά τις φρουρές των συνοριακών κάστρων, οι οποίες πληρώνονταν πολύ λιγότερο τακτικά απ’ ό,τι τα τακτικά στρατεύματα και αναγκάζονταν να κάνουν εμπόριο (ή και λαθρεμπόριο) με τους τοπικούς πληθυσμούς μέχρι να πληρωθούν τους μισθούς τους.18

Στο πλαίσιο αυτό της γενιτσαρικής επιχειρηματικότητας, είναι ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι στις απογραφές περιουσιών της Κωνσταντινούπολης του 17ου αιώνα οι κατώτεροι στρατιωτικοί φαίνεται να έχουν κυρίως μετρητά και δευτερευόντως ακίνητη περιουσία, κάτι που μοιάζει να αντιστρέφεται στους στρατιωτικούς αξιωματούχους (kethüda, çavuş), οι οποίοι ενδεχομένως στρέφονταν και σε επενδύσεις.19 Το πώς μια τέτοια περιουσία μπορούσε να αποκτηθεί φαίνεται, για παράδειγμα, όταν το 1651 οι γενίτσαροι που κυριαρχούν τότε στην πρωτεύουσα επιβάλλουν υψηλότερες τιμές στα υλικά που πουλούν στο δημόσιο, ανακατεύονται στον ορισμό των τιμών των προϊόντων και επενδύουν κεφάλαιο σε καταστήματα (π.χ. φούρνους ή παντοπωλεία) τα οποία χαίρουν προνομιακής μεταχείρισης.20 Αργότερα, και αντίθετα με τις εξεγέρσεις των σπαχήδων, οι οποίες εξέφραζαν ίσως περισσότερο τα συμφέροντα της μικρασιατικής αγροτικής οικονομίας, οι εξεγέρσεις των γενιτσάρων μοιάζουν να επιδιώκουν συχνά το συμφέρον των εμποροβιοτεχνικών τάξεων της πρωτεύουσας, σε συμμαχία συνήθως με κάποιες ομάδες της ελίτ.21 Το 18ο αιώνα πια η συμμαχία των γενιτσάρων με τους εμποροβιοτέχνες της Κωνσταντινούπολης, πολλοί από τους οποίους οπωσδήποτε ανήκαν στο σώμα ή είχαν συγγενικές σχέσεις με γενιτσάρους, ήταν γεγονός.22

4. Γενίτσαροι και παραβατικότητα

Οι σχέσεις των γενιτσάρων με τα αστικά στρώματα ήταν λοιπόν πολύμορφες. Πέρα από τις εμπορικές τους συναλλαγές, τις οποίες αναφέραμε παραπάνω, ή τους υπηρέτες (γιαμάκια) που αναφέρει ο Αθανάσιος Κομνηνός-Υψηλάντης,23 οι γενίτσαροι ήταν τακτικοί θαμώνες καφενείων και ταβερνών, όπου μαζεύονταν άτομα από όλα τα αστικά στρώματα, από τους μορφωμένους, «πνευματώδεις και ηδονιστές» μέχρι τα «παιδιά της πόλης». Μέλη των διαφόρων στρατιωτικών σωμάτων (γενίτσαροι, άτακτοι στρατιώτες, ιππείς της Πύλης) αποτελούσαν τη σταθερή πελατεία των καφενείων της Κωνσταντινούπολης,24 των ταβερνών της25 αλλά και των χαμάμ-πορνείων της.26 Γύρω στο 1640 αναφέρεται χαρακτηριστικά πως ό,τι φόρους και πρόστιμα μαζεύουν οι γενίτσαροι τα ξοδεύουν κατευθείαν στις ταβέρνες, σαν να ήταν πληρεξούσιοι εκπρόσωποι των ταβερνιάρηδων.27

Ευνόητο είναι ότι τέτοιες συμπεριφορές ήταν σχεδόν ενδημικές, παρά τις κατά καιρούς κατασταλτικές προσπάθειες. Διαβάζουμε λόγου χάριν για τη δυσαρέσκεια του Μουράτ Γ΄ όταν, περνώντας με πλοίο μπροστά από μια παραθαλάσσια χριστιανική ταβέρνα, είδε μεθυσμένους γενίτσαρους να τον αναγνωρίζουν και να πίνουν στην υγεία του.28 Σύμφωνα μάλιστα με τον ιστορικό και συγγραφέα Κιατίπ Τσελεμπή, μία από τις αιτίες της δυσαρέσκειας των γενιτσάρων κατά του Οσμάν Β΄ (που οδήγησε στην εκθρόνιση και εκτέλεσή του το 1622) ήταν και το ότι ο αρχηγός της ανακτορικής φρουράς, λόγω της έχθρας του με τον αγά των γενιτσάρων, έκανε εφόδους στις ταβέρνες, πετώντας στη θάλασσα όσους γενιτσάρους συνελάμβανε.29

Όσον αφορά τη σχέση των γενιτσάρων με περιθωριακές ή παραβατικές συμπεριφορές, πρέπει να τονίσουμε το καθεστώς ετεροδικίας το οποίο απολάμβαναν. Οι γενίτσαροι δικάζονταν όπως είδαμε και παραπάνω από τις δικές τους αρχές, κάτι που φαίνεται να ωθούσε εκείνους μεν σε μεγαλύτερη εγκληματικότητα και κοινούς εγκληματίες στην επιδίωξη να γράφονται στο σώμα προκειμένου να εξασφαλίσουν ατιμωρησία.30 Στα τέλη του 16ου αιώνα, ένας Βόσνιος συγγραφέας, ο Χασάν Κιαφί, σημειώνει τις πολυάριθμες περιπτώσεις καταπίεσης και αυθαιρεσίας των στρατιωτικών έναντι των ραγιάδων (του φορολογούμενου πληθυσμού), παρατηρώντας ότι οι χειρότεροι ήταν οι δούλοι του σουλτάνου.31 Ένας από τους λόγους μάλιστα για τους οποίους, σε ένα συμβουλευτικό έργο των μέσων του 17ου αιώνα, θεωρείται ότι πρέπει κάθε στρατιωτικός να φορά την προορισμένη για το σώμα του ενδυμασία, είναι για να γίνεται εφικτή η άμεση εύρεση και τιμωρία του σε περίπτωση που εμπλακεί σε κάποια συμπλοκή.32 Συχνά συναντάμε γενίτσαρους ή άλλους στρατιωτικούς μπλεγμένους σε διαφόρων ειδών εγκλήματα· στα ιεροδικαστικά κατάστιχα της Κωνσταντινούπολης παρατηρεί κανείς ότι μεγάλο ποσοστό των περιστατικών σωματικής βλάβης ή φόνου φαίνεται να διαπράχθηκε από μέλη κάποιου στρατιωτικού σώματος και κυρίως από δούλους του σουλτάνου.

5. Οι εξεγέρσεις των γενιτσάρων και η κατάργηση του σώματος

Ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα οι εξεγέρσεις των γενιτσάρων της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσαν ενδημικό φαινόμενο. Διεκδικώντας είτε αύξηση του μισθού τους είτε αποπομπή ή και εκτέλεση μη αρεστών σε αυτούς αξιωματούχων, στασίαζαν συχνά και συνήθως πετύχαιναν τους στόχους τους.

Με την εξέγερση του 1622 η ανάμειξη των γενιτσάρων στην πολιτική περνά σε νέο επίπεδο, καθώς στόχος τους πλέον δεν ήταν κάποιος βεζίρης ή άλλος αξιωματούχος αλλά ο ίδιος ο σουλτάνος (ο Οσμάν Β΄), ο οποίος πλήρωσε μάλιστα με τη ζωή του τις φήμες ότι σκόπευε να καταργήσει το γενιτσαρικό σώμα. Στη συνέχεια και καθ΄ όλη τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα οι γενίτσαροι αποτέλεσαν έναν από τους ισχυρότερους παίκτες στο πολιτικό παιχνίδι, συμμαχώντας με διάφορες παρατάξεις της διοικητικής ελίτ και του παλατιού και εντέλει, ιδίως από τα τέλη του 17ου αιώνα και μετά, εκφράζοντας συχνά τα συμφέροντα της εμποροβιοτεχνικής τάξης στην πρωτεύουσα. Σουλτάνοι όπως ο Μωάμεθ Δ΄ (1648-1687), ο Μουσταφά Β΄ (1695-1703) ή ο Αχμέτ Γ΄ (1703-1730) έχασαν το θρόνο τους εξαιτίας εξεγέρσεων στις οποίες πρωταγωνίστησαν οι γενίτσαροι. Το ίδιο συνέβη όταν το 1789 ο Σελίμ Γ΄ θέλησε να ιδρύσει ένα νέο τακτικό σώμα στρατού, το Nizam-i cedid (καινούρια τάξη), πάνω σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Εμπόδιο πλέον παρά πλεονέκτημα του οθωμανικού κράτους στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στη διεθνή σκηνή, οι γενίτσαροι της πρωτεύουσας εξουδετερώθηκαν και κατεσφάγησαν χάρη σε ένα καλά οργανωμένο σχέδιο του Μαχμούτ Β΄ το 1826. Το σώμα καταργήθηκε και η Οθωμανική Αυτοκρατορία πέρασε σε νέα φάση.

1. Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 6-30 και 66-9· Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση 1: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αθήνα 2005), σελ. 77 κ.ε.

2. Shaw, S., History of the Ottoman Empire and Modern Turkey 1: Empire of the Gazis: The Rise and Decline of the Ottoman Empire, 1280-1808 (Cambridge 1976), σελ. 122-24· Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 6-30 και 66-69· İnalcık, H., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασική περίοδος 1300-1600 (Αθήνα 1995), σελ. 137-149 και 152-54· στο ίδιο, σελ. 145, χρήσιμος πίνακας που δείχνει όλες τις δυνατές κατευθύνσεις ανέλιξης ενός δούλου της πύλης (πρβ. και τον πίνακα στον Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 138· Murphey, R., Ottoman Warfare, 1500-1700 (London 1999), σελ. 43-49· Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση Α: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αθήνα 2005), σελ. 106 κ.ε. και 389-422.

3. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, στο Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), σελ. 5-9 κ.α. Για μια κλασική (και τεκμηριωμένη) έκθεση της άποψης περί παρακμής του σώματος από έναν Τούρκο ιστορικό των μέσων του 20ού αιώνα, βλ. Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 477-505. Για τους έγγαμους γενιτσάρους πρβ. πρώιμες περιπτώσεις στον Lowry, H.W., Η φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους (Αθήνα 2004), σελ. 238 και 252.

4. Özcan, Α., Anonim Osmanlı Tarihi (1099-1116 / 1688-1704) (Ankara 2000), σελ. 183-85. Πρβ. επίσης τους πίνακες του Murphey, R., Ottoman Warfare 1500-1700 (London 1999), σελ. 45.

5. Αναλυτικός πίνακας στον İnalcık, H., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασική περίοδος 1300-1600 (Αθήνα 1995), σελ. 146· πρβ. και Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 79-81 και 611-20.

6. Ενδεικτικά βλ. Selânikî Mustafâ Efendi, Târih-i Selânikî 1, İpşirli, M. (ed.) (Ankara 1999), σελ. 220, 368, 471 κ.α.· Koçi Bey, Koçi Beğ risâlesi (Konstantiniye 1885), σελ. 57-64· Murphey, R. (ed.-trans.), Kanûn-nâme-i sultânî li ‘Azîz Efendi: Aziz Efendi’s Book of Sultanic Laws and Regulations. An Agenda for Reform by a Seventeenth-Century Ottoman Statesman (Harvard 1985), σελ. 6 κ.α.· Mustafâ Na'îmâ, Tarih-i Na'îmâ 1 (İstanbul 1864-65), σελ. 422, 442-3 κ.α. Κατά τον Selânikî, ό.π., σελ. 18, ήδη στις τελευταίες εκστρατείες του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς είχαν εισχωρήσει στο στρατό κακοποιά στοιχεία· πρβ. στον ίδιο, σελ. 230-31. Πρβ. Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση 1: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αθήνα 2005), σελ. 350 κ.ε.

7. Koçi Bey, Koçi Beğ risâlesi (Konstantiniye 1885), σελ. 57-6. Την ίδια περίπου εποχή ο νεομάρτυρας Ιωάννης ο Κάλφας (θάν. 1575), ως λεπτουργός του παλατιού, ασκεί την επιρροή του προκειμένου ο ανιψιός ενός αγά να γίνει ιτζ ογλάνι· βλ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, ήτοι μαρτυρία των νεοφανών μαρτύρων των μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως κατά διαφόρους καιρούς και τόπους μαρτυρησάντων...2, Πάσχος, Π.Β. (επιμ.) (Αθήνα 1961), σελ. 61.

8. Sandys, G., A Relation of a Iourney begun An. Dom. 1610. Foure Bookes containing a description of the Turkish Empire, of Aegypt, of the Holy Land, of the Remote parts of Italy, and Ilands adioyning (London 1615), σελ. 49. Ωστόσο, παρατηρεί ο ίδιος περιηγητής, πλέον γίνονται δεκτοί στο σώμα και άνθρωποι που δεν είναι ούτε γιοι ούτε εγγονοί χριστιανών.

9. Naima Mustafa Efendi, Tarih-i Naima 4 (Istanbul 1968), σελ. 418.

10. Riondel, H., Une page tragique de l'histoire religieuse du Levant: Le bienheureux Gomidas de Constantinople (1656-1707), prêtre arménien et martyr, d'après des documents inédits (Paris 1929), σελ. 5-7.

11. Πάνω από 10.000 τους υπολογίζει ο Ricaut, P., The History of the Present State of the Ottoman Empire: Containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries; Their Military Discipline with an Exact computation of their forces both by sea and land. Illustrated with divers pieces of sculpture representing the variety of habits amongst the Turks (London 1686), σελ. 359· πρβ. Mantran, R., Istanbul dans la seconde moitié du XVIIe siècle. Essai d'histoire institutionelle, économique et sociale (Paris 1962), σελ. 390.

12. Legrand, E., Recueil de poëmes historiques en grec vulgaire, relatifs à la Turquie et aux principautés danubiennes (Paris 1877), σελ. 218. «Αλτμής μπες» σημαίνει «εξήντα πέντε»· θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι το κείμενο αναφέρεται στον 65o λόχο (ορτά), ξέρουμε ωστόσο ότι ο ορτάς αυτός καταργήθηκε επί Μουράτ Δ΄, ενάμιση αιώνα πριν: Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση 1: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αθήνα 2005), σελ. 114 σημ. 170.

13. Κομνηνός-Υψηλάντης, Α., Εκκλησιαστικών και πολιτικών των εις δώδεκα βιβλίον Η', Θ' και Ι' , ήτοι Τα μετά την Άλωσιν (1453-1789). (εκ χειρογράφου ανεκδότου της ιεράς μονής του Σινά), αρχιμ. Γερμανός Αφθονίδης (επιμ.) (Κωνσταντινούπολη 1870), σελ. 763.

14. Mantran, R., Istanbul dans la seconde moitié du XVIIe siècle. Essai d'histoire institutionelle, économique et sociale (Paris 1962), σελ. 389-93. Ήδη το 1584 απαγορεύεται η ανάμειξη γενιτσάρων και άλλων στρατιωτικών σε εμπορικές υποθέσεις (στις οποίες δεν έπαιρναν υπόψη τις καθορισμένες τιμές) και κυρίως στο ιδιαίτερα προσοδοφόρο εμπόριο κρέατος· Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 695-96· Refik, A., On altıncı asırda İstanbul hayatı (1553-1591)2 (İstanbul 1988), σελ. 98, 130-31 (VΙΙΙ/38, ΙΧ/50). Το 1596 βλέπουμε να υπάρχει έλλειψη αγαθών στην πρωτεύουσα καθώς πολλοί καταστηματάρχες, όντας σπαχήδες, γενίτσαροι ή άλλοι στρατιωτικοί, έλειπαν σε εκστρατεία χωρίς να αφήσουν συνέταιρο στο πόδι τους· Selânikî Mustafâ Efendi, Târih-i Selânikî 2, İpşirli, M. (ed.) (Ankara 1999), σελ. 615-16, 732, 784, 812.

15. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, στο Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), σελ. 74.

16. Refik, A., Hicrî on birinci asırda İstanbul hayatı (1000-1100)2 (İstanbul 1988), σελ. 25-26 (αρ. 52).

17. Kafadar, C., “On the Purity and Corruption of the Janissaries”, Turkish Studies Association Bulletin 15:2 (1991), σελ. 273-280.

18. Stein, M.L., “Ottoman Garrison Life: Kanije in the Mid-Seventeenth Century”, Turkish Studies Association Bulletin 17:1 (1993), σελ. 130-134.

19. Öztürk, S., Askeri kassama ait onyedinci asır İstanbul tereke defterleri (sosyo-ekonomik tahlil) (İstanbul 1995), σελ. 148.

20. Kâtib Çelebi, Fezleke 2 (İstanbul 1869-70), σελ. 373· Naima Mustafa Efendi, Tarih-i Naima 5 (Istanbul 1969), σελ. 96, 137, 139, 151.

21. Για μια απαρίθμηση των γενιτσαρικών εξεγέρσεων στην οθωμανική ιστορία βλ. Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 506-21.

22. Πρβ. Quataert, D., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922 (Αθήνα 2006), σελ. 79-81· του ίδιου, “Janissaries, Artisans and the Question of Ottoman Decline, 1730-1826”, στο Quataert,  D. (ed.), Workers, Peasants and Economic Change in the Ottoman Empire, 1730-1914 (Istanbul 1993), σελ. 197-203· Olson, R., “The Esnaf and the Patrona Halil Rebellion of 1730: A Realignment in Ottoman Politics”, Journal of the Economic and Social History of the Orient 17 (1974), σελ. 329-44.

23. Κομνηνός-Υψηλάντης, Α., Εκκλησιαστικών και πολιτικών των εις δώδεκα βιβλίον Η', Θ' και Ι' , ήτοι Τα μετά την Άλωσιν (1453-1789). (εκ χειρογράφου ανεκδότου της ιεράς μονής του Σινά), αρχιμ. Γερμανός Αφθονίδης (επιμ.) (Κωνσταντινούπολη 1870, φωτομηχανική ανατύπωση Αθήνα 1972), σελ. 763 («έχουσι καί γιαμάκια οι γιαννίτζαροι, οι οποίοι ούτε εις τους οδάδες κάθηνται, ούτε λουφέν έχουσιν, ούτε ταΐνια, μόνον εις καιρόν πολέμου πηγαίνουσιν εις τον πόλεμον»).

24. Saraçgil, Α., “Generi voluttuari e ragion di stato: politiche repressive del consumo di vino, caffè e tabacco nell' Impero Ottomano nei secc. XVI e XVII”, Turcica 28 (1996), σελ. 163-193 και ειδικότερα σελ. 168.

25. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi Seyahatnâmesi. Topkapı Sarayı Bağdat 304 Yazmasının Transkripsiyonu-Dizini. 1. Kitap: İstanbul, Gökyay, O.Ş. (ed.) (İstanbul 1996), σελ. 54/37b και 55/38b.

26. Bardakçı, M., Osmanlı'da seks. Sarayda gece dersleri (İstanbul 1993), σελ. 88, 90, 100, 102.

27. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, στο Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), σελ. 100-1. Πρβ. ένα ανέκδοτο που παραθέτει ο Kâtib Çelebi, Fezleke 1 (İstanbul 1869), σελ. 326-7, όπου γενίτσαροι και σπαχήδες πηγαίνουν τακτικά σε μια ταβέρνα και όπου ένας γενίτσαρος λέει χαρακτηριστικά ότι δεν έχει βλέψεις για την ιεραρχία και ζητά μόνο χρήματα.

28. Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2 1 (Ankara 1988), σελ. 482.

29. Kâtib Çelebi, Fezleke 2 (İstanbul 1869-70), σελ. 9 και 20, Naima Mustafa Efendi, Tarih-i Naima 2 (İstanbul 1968), σελ. 209, 213.

30. Heyd, U., Studies in Old Ottoman Criminal Law, Ménage, V.L. (ed.) (Oxford 1973), σελ. 221-22. Βλ. και Ricaut, P., The History of the Present State of the Ottoman Empire: Containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries; Their Military Discipline with an Exact computation of their forces both by sea and land. Illustrated with divers pieces of sculpture representing the variety of habits amongst the Turks (London 1686), σελ. 325. Υπήρχαν βεβαίως περιπτώσεις όπου παρανομούντες γενίτσαροι τιμωρούνταν ή τουλάχιστον παύονταν.

31. İpşirli, M., “Hasan Kâfî el-Akhisarî ve devlet düzenine ait eseri Usûlü'l-hikem fî nizâmi'l-âlem”, Tarih Enstitüsü Dergisi 10-11 (1979-1980), σελ. 239-278 και ειδικότερα 275.

32. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, στο Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), σελ. 97, 98.

Συγγραφή : Σαρηγιάννης Μαρίνος (29/10/2007)
Για παραπομπή: Σαρηγιάννης Μαρίνος, «Γενίτσαροι», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη


Janissaries
Συγγραφή : Sariyannis Marinos (29/10/2007)
Μετάφραση : Tsokanis Anna (25/6/2008)



1. Recruting and training

Janissaries (yeni çeri, which means “new army”) were “slaves to the sultan” (kapıkulları). This institution, meaning the use of royal slaves in both the army and the administration, is part of an ancient middle-eastern tradition (with roots in ancient Iran, central Asia and the Seljuks) and, at least in theory, consolidated the sultan’s absolute power, since in that way he had in his immediate disposal a body of devoted and disciplined servants, on whom he had power of life and death. These slaves were usually prisoners of war or hostages from newly-conquered areas. They could also come about from slave markets, or, lastly, from the notorious devşirme. 1

The first records on devşirme date to the end of the 14th century; it reaches its peak during the 15th and 16th centuries, while the last reports are recorded in the early 18th century. Periodically, special officers from Istanbul (Constantinople) visited Christian villages in the Balkan Peninsula, mainly Albanian and Serbian ones, but also in Asia Minor, and selected Christian boys between 8 and 20 years old. These children were transported to the capital, where they underwent a preliminary selection process; the brightest and most able boys were named iç oğlanı and remained at the palace, while the rest were sent to rural Turkish families in order for them to learn the language and the religious ways, while a few years later they were trained in military art and discipline (from then on they were called acemî oğlan) and entered the elite musketeers corps, the celebrated Janissaries (yeniçeri), but also other salaried corps, like the armourers (cebeci), the artillerymen and canon makers (topçu), the lanced sipahi cavalry (kapukulu süvarileri, sipahişer; these sipahi should not be confused with the feudatory cavalry corps of the same name).

These corps constituted, in a way, the elite forces of the )ttoman army, especially during the 15th and 16th centuries, a period during which they were the only ones using fire arms (the Ottomans’ most important military advantage), in contrast to the lanced sipahi. Although since the 17th century other corps (especially mercenaries) had started to use muskets as well, the Janissaries’ corps continued to be of high importance during war, since, essentially, they constituted the main body of the empire’s standing army.

However, the point of devşirme was not only a military one. The children that were selected in order to provide services in the palace, the iç oğlanı, were trained in letters as well as other arts, and were taught how to read and write; after a period of time, ranging between two and seven years of training, they had to go through a second selection process, after which they left the palace bearing different ranks of military or administrative hierarchy. From the middle of the 15th century, all of the high-profile officers, the Grand Vizier included, were selected almost exclusively from the ranks of the sultan’s slaves.2

2. Decline of the recruiting system

The opportunities for social mobility for a boy after he had entered the sultan’s slaves corps were so great, that quite soon Muslim families started to pursue the right to enter their child in that specific group. For the same reason, moreover, Bosnian Muslims earned early on the right to be eligible for devşirme, as were Christian children.

The advisory literature of the period often paints the state of the empire in rather gloomy colors and proposes measures for it to reach its earlier glory; most of the writers emphasize on the decline of the Janissaries’ corps. It is frequently mentioned that what is to blame is the violation of the rules that used to regulate their formation and hierarchy (prohibition on marriage or involvement with other activities), but what is mainly decried is the great and unnecessary increase of their numbers.3 The figures given are quite characteristic. According to the great scholar Hezarfen Hüseyın Efendi, the total number of soldiers receiving wages from the Ottoman state treasury rocketed from ca. 48,000 during the reign of Süleyman I to 100,000 in the first decades of the 17th century. During the reign of Murad IV (1623-40), their number was reduced to almost half (59,000), but only to reach 94,000 again in 1670.4

In order to understand the reason of this spectacular rise, it suffices to consider the decrease of the new recruits (acem oğlanı) from 7,745 to 4,372 in 1670, while the respective number of Janissaries rose from 12,789 to 53,849.5 Consequently, the increase is not due to the intensification of the devşirme, which, furthermore, appears to slack at least since the beginning of the 17th century in contrast to the percentage of the slaves bought or captured in war, but – as it has already been stated above – to the infiltration into the Janissaries’ corps of different foreign elements originating neither from devşirme nor from alternate slave sources.

In the texts of the so-called “advisory literature” Gypsies and “city boys” (şehr oğlanları, meaning young Muslims from the lower social strata of Istanbul) are often mentioned to have been illegally registered in the Janissaries’ records; these accusations are also accompanied by reports of “Turks” (Muslim peasants from rural Asia Minor, Laz, and other Muslim ethnic groups).6 According to Koçi Bey, the whole thing started during the 1574 festivities, when some men who had helped restrain the people with oiled sacs, were granted their request to enlist in the Janissaries’ corps.7 In 1610 it is mentioned that the Janissaries are allowed to enroll their first-born sons in the records but not the rest of their offspring.8 However, in the middle of the 17th century, it is reported that the janissaries’ barrack-guards used to enlist grocers and porters, causing the protestation of the newly recruited acemî oğlan.9

It had become so easy to enlist as a Janissary that, according to a martyrology, during the same time, an Armenian named Gabriel who grew up in Istanbul, following the example of his older brother, converted to Islam and, like him, joined the Janissaries; he consequently defected from the army, returned to his former religion and was executed in 1622.10 Moreover, by the end of the century, many appear to be enlisted in the Janissaries’ records without being paid, only for remission from tax payments.11 In 1765 the infamous Phanariot Stavrakoglou appears, despite being a Christian, “to be an ‘altmış beş’ enlisted in the Janissaries’ corps/and to have so great a fame acquired”, that the bostancıbaşi is afraid to execute him “in case the yoldaş do come and get him”.12 By the end of the 18th century, Athanasios Komninos Ypsilantis may well simply note that “the Janissary title is hereditary; most Turks are enlisted in the corps as soon as they are selected (to serve the Sultan), in order to share their privileges”.13

3. The Janissaries’ part in the capital’s everyday life

Something often commented upon by the Ottoman political literature is the fact that many palace slaves occupied themselves with a variety of activities not included in their duties, mainly concerning profitable commercial business;14 in fact, in some occasions, these ventures were not even legal. The collaboration of Janissaries with non-Muslims in wine smuggling15 or the illegal Janissary involvement with slave-trade16, for example, is mentioned. It has to be noted, however, that this historiographical tradition is part of a specific kind of “literature of decline” and has to be studied cautiously. In reality, financial activities were never incompatible to the status of any “military man” (‘askerî); so, slaves to the sultan – either Janissaries or officials– embarked on both agricultural and commercial activities since (at least) the beginnings of the 16th century.17 Besides that, however, some of these enterprises were often not even a secondary way of earning a living, but a primary one, especially regarding the guards in border frontier fortresses, who were being paid less regularly than the standing army and, consequently, were forced to deal (or even smuggle) with the indigenous population until their wages were paid.18

In that context of the Janissaries’ business ventures, it is interesting to note that in the 17th century censuses, lower army officers seem to own mainly cash and secondly mobile assets, a fact which is reversed concerning the higher officers (kethüda, çavuş), who were, probably, also involved in investments.19 As to how it was possible to accumulate such a fortune, it is apparent, for example, when one takes into consideration that in 1651 the Janissaries, the actual rulers of the capital at the time, impose higher prices on the material they sell to the state, have their say in the products’ prices and invest capital in establishments (eg. bakeries, convenience stores) that operate under certain privileges.20 Later on, and contrary to the sipahi revolts, that mainly expressed the interests of the Asia Minor rural economy, the Janissaries’ revolts often appear to serve the interests of the commercial classes of the capital, usually in coalition with some of the elite groups as well.21 In the 18th century, the open alliance between the Janissaries and the artisans of Istanbul, most of whom were either enlisted in the corps or had family relations to Janissaries, was a fact.22

4. Janissaries and transgression

Evidently, the relations between the Janissaries and the urban social groups were of many kinds. Besides the commercial transactions, mentioned in the above chapter, and the servants (yamak) mentioned by Athanasios Komninos Ypsilantis,23 the Janissaries also frequented coffee shops and taverns, where people from all social strata gathered; from the highly cultivated, to the “witty and lustful”, to “city boys”. Members of the various military corps (Janissaries, irregular soldiers, sipahi of the Porte) made up the usual clientele for the coffee shops, 24 the taverns,25 but also the bath-houses and brothels26 of Constantinople. Around 1640 it is characteristically stated that all the taxes and fines gathered by the Janissaries were immediately spent on taverns, as if they were agents of the tavern proprietors.27

It is understandable that such kind of behaviour was almost endemic in the corps, no matter the suppressive efforts made from time to time. We read, for example, about Murad III’s discontent when, while passing by boat a seaside Christian tavern, he saw a group of drunken Janissaries saluting him and drinking to his health.28 Consequently, according to the writer and historian Kâtib Çelebi, one of the reasons of the Janissaries’ disaffection for Osman II (disaffection that led to his dethronement and execution in 1622) was the fact that the chief of the palace guard, because of a grudge between him and the Ağa of the Janissaries, used to charge into taverns and throw the Janissaries he arrested into the sea.29

Regarding the relations between the Janissaries and fringe or delinquent behaviour, we have to stress the privilege of exterritoriality they enjoyed. As we saw earlier, Janissaries were being tried by their own judges, a privilege that appears to have encouraged them to take on criminal action; it also encouraged common criminals to try to enlist in the corps in order to ensure impunity.30 In the end of the 16th century, a Bosnian writer named Hasan Kâfî, records the many cases of oppression and arbitrariness of the soldiers against the reaya (the tax-paying population), noting that the worst were the sultan’s slaves.31 Moreover, in a advisory text from the mid-17th century it is stated that all military men should wear their special uniform in order to make it easier to find and arrest them in case they got involved in a brawl.32 Janissaries and other soldiers are often recorded to be involved in many kinds of crimes; in most of the judicial records of Istanbul is striking the high percentage of cases of injuries or murder committed by members of the army corps and, mainly, by the sultan’s slaves.

5. Janissaries’ revolts and the elimination of the corps

Since as early as the final decades of the 16th century, revolts by the Janissaries of Constantinople were endemic. Either demanding a raise in pay or the discharge and execution of officers they disliked, they often revolted and, usually, got their way.

With the 1622 revolt, their involvement in politics entered a different level, since their target was no more a vizier or other officer, but the sultan himself (Osman II, in this case), who paid with his own life the rumors that he was intending to abolish their corps. After that and during the whole 17th and 18th century, their corps was considered one of the most powerful players in the Ottoman political game, by allying with different groups within the administrative elite and the palace and, finally, from the end of the 17th century onwards by serving the interests of the capital’s artisans and traders. Sultans like Mehmed IV (1648-1687), Mustafa II (1695-1703), Ahmed III (1703-1730) were dethroned because of revolts staged by Janissaries. The same happened when in 1789 Selim III wanted to found a new regular army corps, the Nizam‑i cedid (new order), based on European army standards. By now, being an obstacle instead of an advantage in the Ottoman state’s effort to follow developments in Europe, the Janissaries of the capital were eliminated and slaughtered due to a well organized plan by Mahmud II in 1826. The corps was altogether abolished and the Ottoman Empire entered a new phase.
1. Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), pp. 6-30 and 66-9; Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση I: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Athens 2005), p. 77 ff.

2. Shaw, S., History of the Ottoman Empire and Modern Turkey I: Empire of the Gazis: The Rise and Decline of the Ottoman Empire, 1280-1808 (Cambridge 1976), pp. 122-24; Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), pp. 6-30 and 66-69; İnalcık, H., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασική περίοδος 1300-1600 (Athens 1995), pp. 137-149 and 152-54; Ibid, p. 145, useful table indicating all the possible ways a court slave could follow in order to reach the highest ranks (compare to the table in Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), p. 138; Murphey, R., Ottoman Warfare, 1500-1700 (London 1999), pp. 43-49; Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση I: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Athens 2005), pp. 106 ff. and 389-422.

3. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, in Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), pp. 5-9 etc. For a legitimate and documented display of this view concerning the decline of the corps by a Turkish historian of the mid-20th century, see Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), pp. 477-505. For the married janissaries see early cases in Lowry, H.W., Η φύση του πρώιμου οθωμανικούκράτους (Athens 2004), pp. 238 and 252.

4. Özcan, Α., Anonim Osmanlı Tarihi (1099-1116 / 1688-1704) (Ankara 2000), pp. 183-85. Also compare the tables in Murphey, R., Ottoman Warfare 1500-1700 (London 1999), p. 45.

5. Detailed table in İnalcık, H., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασική περίοδος 1300-1600 (Athens 1995), p. 146; Also compare Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), pp. 79-81 and 611-20.

6. See eg Selânikî Mustafâ Efendi, Târih-i Selânikî, vol. I, İpşirli, M. (ed.) (Ankara 1999), pp. 220, 368, 471 ff.; Koçi Bey, Koçi Beğ risâlesi (Konstantiniye 1885), pp. 57-64; Murphey, R. (ed.-transl.), Kanûn-nâme-i sultânî li ‘Azîz Efendi: Aziz Efendi’s Book of Sultanic Laws and Regulations. An Agenda for Reform by a Seventeenth-Century Ottoman Statesman (Harvard 1985), p. 6 ff.; Mustafâ Na'îmâ, Tarih-i Na'îmâ, vol. I (İstanbul 1864-65), pp. 422, 442-3 ff. According to Selânikî, Ibid., p. 18, even since the last campaigns of Süleyman the Magnificent, criminals had infiltrated the army; Also see in Selânikî, pp. 230-31. Also see. Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση I: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Athens 2005), p. 350 ff.

7. Koçi Bey, Koçi Beğ risâlesi (Konstantiniye 1885), pp. 57-6. During approximately the same time, the neo-martyr Ioannis the Apprentice (Ioannis o Kalfas, d. 1575), bearing the rank of leptourgos in the palace, exercises his influence in order to secure the status of iç oğlanı for the son of an Ağa; see Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, ήτοι μαρτυρία των νεοφανών μαρτύρων των μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως κατά διαφόρους καιρούς και τόπους μαρτυρησάντων..., Πάσχος, Π.Β. (ed.) (Athens 1961), p. 61.

8. Sandys, G., A Relation of a Iourney begun An. Dom. 1610. Foure Bookes containing a description of the Turkish Empire, of Aegypt, of the Holy Land, of the Remote parts of Italy, and Ilands adioyning (London 1615), p. 49. However, men who are neither sons nor grandsons of Christians are by then accepted in the corps, observes the same traveller.

9. Naima Mustafa Efendi, Tarih-i Naima, vol. IIII (İstanbul 1968), p. 418.

10. Riondel, H., Une page tragique de l'histoire religieuse du Levant: Le bienheureux Gomidas de Constantinople (1656-1707), prêtre arménien et martyr, d'après des documents inédits (Paris 1929), pp. 5-7.

11. Ricaut estimates their number up to more than 10,000 men, Ricaut, P., The History of the Present State of the Ottoman Empire: Containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries; Their Military Discipline with an Exact computation of their forces both by sea and land. Illustrated with divers pieces of sculpture representing the variety of habits amongst the Turks (London 1686), p. 359; also see Mantran, R., Istanbul dans la seconde moitié du XVIIe siècle. Essai d'histoire institutionelle, économique et sociale (Paris 1962), p. 390.

12. Legrand, E., Recueil de poëmes historiques en grec vulgaire, relatifs à la Turquie et aux principautés danubiennes (Paris 1877), p. 218. “Altmış beş” means “sixty five”; one could suppose that the text refers to the 65th company (orta), but that this specific orta is known to have been abolished during the reign of Murad IV’, one and half century before. Gibb, H.A.R. – Bowen, H., Η ισλαμική κοινωνία και η Δύση I: Η διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Athens 2005), p. 114 note 170.

13. Κομνηνός-Υψηλάντης, Α., Εκκλησιαστικών και πολιτικών των εις δώδεκα βιβλίον Η', Θ' και Ι' , ήτοι Τα μετά την Άλωσιν (1453-1789), αρχιμ. Γερμανός Αφθονίδης (ed.) (Constantinople 1870), p. 763.

14. Mantran, R., Istanbul dans la seconde moitié du XVIIe siècle. Essai d'histoire institutionelle, économique et sociale (Paris 1962), pp. 389-93. As early as 1584 it is prohibited for Janissaries and members of the other military corps to occupy themselves with commercial affairs (in which they did not respect the issued tariffs), and, especially, in the lucrative meat trade; Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), pp. 695-96; Refik, A., On altıncı asırda İstanbul hayatı (1553-1591)2 (İstanbul 1988), pp. 98, 130-31 (VΙΙΙ/38, ΙΧ/50). In 1596, there appears to be a shortage of goods in the capital, since many proprietors, being sipahi, Janissaries, or military men in general, were away on campaign without leaving an associate behind to tend to their business; Selânikî Mustafâ Efendi, Târih-i Selânikî, vol. II, İpşirli, M. (ed.) (Ankara 1999), pp. 615-16, 732, 784, 812.

15. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, in Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), p. 74.

16. Refik, A., Hicrî on birinci asırda İstanbul hayatı (1000-1100)2 (İstanbul 1988), pp. 25-26 (No. 52).

17. Kafadar, C., “On the Purity and Corruption of the Janissaries”, Turkish Studies Association Bulletin 15:2 (1991), pp. 273-280.

18. Stein, M.L., “Ottoman Garrison Life: Kanije in the Mid-Seventeenth Century”, Turkish Studies Association Bulletin 17:1 (1993), pp. 130-134.

19. Öztürk, S., Askeri kassama ait onyedinci asır İstanbul tereke defterleri (sosyo-ekonomik tahlil) (İstanbul 1995), p. 148.

20. Kâtib Çelebi, Fezleke, vol II (İstanbul 1869-70), p. 373; Naima Mustafa Efendi, Tarih-i Naimai, vol. V (İstanbul 1969), pp. 96, 137, 139, 151.

21. For a list of the Janissaries’ revolts in Ottoman history see Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), pp. 506-21.

22. Also see Quataert, D., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922 (Athens 2006), pp. 79-81; Quataert, D., “Janissaries, Artisans and the Question of Ottoman Decline, 1730-1826”, in Quataert, D. (ed.), Workers, Peasants and Economic Change in the Ottoman Empire, 1730-1914 (İstanbul 1993), pp. 197-203; Olson, R., “The Esnaf and the Patrona Halil Rebellion of 1730: A Realignment in Ottoman Politics”, Journal of the Economic and Social History of the Orient 17 (1974), pp. 329-44.

23. Κομνηνός-Υψηλάντης, Α., Εκκλησιαστικών και πολιτικών των εις δώδεκα βιβλίον Η', Θ' και Ι' , ήτοι Τα μετά την Άλωσιν (1453-1789), αρχιμ. Γερμανός Αφθονίδης (ed.) (Constantinople 1870), p. 763 («έχουσι καί γιαμάκια οι γιαννίτζαροι, οι οποίοι ούτε εις τους οδάδες κάθηνται, ούτε λουφέν έχουσιν, ούτε ταΐνια, μόνον εις καιρόν πολέμου πηγαίνουσιν εις τον πόλεμον»).

24. Saraçgil, Α., “Generi voluttuari e ragion di stato: politiche repressive del consumo di vino, caffè e tabacco nell' Impero Ottomano nei secc. XVI e XVII”, Turcica 28 (1996), pp. 163-193 and especially p. 168.

25. Evliya Çelebi, Evliya Çelebi Seyahatnamesi. Topkapı Sarayı Bağdat 304 Yazmasının Transkripsiyonu-Dizini. 1. Kitap: İstanbul, Gökyay, O.Ş. (ed.) (İstanbul 1996), pp. 54/37b and 55/38b.

26. Bardakçı, M., Osmanlı'da seks. Sarayda gece dersleri (İstanbul 1993), pp. 88, 90, 100, 102.

27. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, in Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), pp. 100-1. Also see the anecdote recorded by Kâtib Çelebi, Fezleke, vol. I (İstanbul 1869), pp. 326-7, in which Janissaries and sipahi frequent a tavern and where one Janissary characteristically claims that he is not interested in getting promoted in rank and asks only for money.

28. Uzunçarşılı, İ.H., Osmanlı Devleti teşkilâtından: Kapukulu Ocakları2, vol. II (Ankara 1988), p. 482.

29. Kâtib Çelebi, Fezleke, vol. II (İstanbul 1869-70), pp. 9 & 20, Naima Mustafa Efendi, Tarih-i Naima, vol. II (İstanbul 1968), pp. 209, 213.

30. Heyd, U., Studies in Old Ottoman Criminal Law, Ménage, V.L. (ed.) (Oxford 1973), pp. 221-22. Also see Ricaut, P., The History of the Present State of the Ottoman Empire: Containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies,their Convents and Religious Votaries; Their Military Discipline with an Exact computation of their forces both by sea and land. Illustrated with divers pieces of sculpture representing the variety of habits amongst the Turks (London 1686), p. 325. There were, of course, cases that janissaries who had broken the law were either punished or at least discharged.

31. İpşirli, M., “Hasan Kâfî el-Akhisarî ve devlet düzenine ait eseri Usûlü'l-hikem fî nizâmi'l-âlem”, Tarih Enstitüsü Dergisi 10-11 (1979-1980), pp. 239-278 and especially 275.

32. “Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn”, in Yücel, Υ., Osmanlı Devlet Teşkilâtına dair Kaynaklar: Kitâb-i müstetâb – Kitâbu mesâlihi'l-müslimîn ve menâfi'i'l-mü'minîn – Hırzü'l-mülûk (Ankara 1988), pp. 97, 98.

George Carlin - Αφιέρωμα



George Denis Patrick Carlin (May 12, 1937 – June 22, 2008) was an American stand-up comedian, social critic, satirist, actor and writer/author, who won five Grammy Awards for his comedy albums.[22]
Carlin was noted for his black humor as well as his thoughts on politics, the English language, psychology, religion, and various taboo subjects. Carlin and his "Seven Dirty Words" comedy routine were central to the 1978 U.S. Supreme Court case F.C.C. v. Pacifica Foundation, in which a 5–4 decision by the justices affirmed the government's power to regulate indecent material on the public airwaves.
The first of his fourteen stand-up comedy specials for HBO was filmed in 1977. From the late 1980s, Carlin's routines focused on socio-cultural criticism of modern American society. He often commented on contemporary political issues in the United States and satirized the excesses of American culture. His final HBO special, It's Bad for Ya, was filmed less than four months before his death.
In 2004, Carlin placed second on the Comedy Central list of the 100 greatest stand-up comedians of all time, ahead of Lenny Bruce and behind Richard Pryor.[23] He was a frequent performer and guest host on The Tonight Show during the three-decade Johnny Carson era, and hosted the first episode of Saturday Night Live. In 2008, he was posthumously awarded the Mark Twain Prize for American Humor.


Bill Hicks - Revelations (Uncut)

Bill Hicks - Revelations




Bill Hicks - Revelations (Uncut)

Μυθοπλαστία όλες οι θρησκείες της οικουμένης


Του Κυριάκου Σιμόπουλου
 Ολες οι θρησκείες θεμελιώνονται σε κοσμογονικούς μύθους πού αποτελούν απάντηση στα ερωτήματα: Πώς δημιουργήθηκε το Σύμπαν; Γιατί έχει αυτή και όχι άλλη μορφή; Οι απαντήσεις ταυτίζονται συχνά με μερικές παραλλαγές πού οφείλονται στη φαντασία των μυθογράφων, πού συνήθως επιδιώκουν την ενδυνάμωση των εξουσιών με την ευθυγράμμιση γήινων αρχόντων και «θεϊκών δυνάμεων»!
Πριν από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι, αγνοώντας ολότελα, εξαιτίας της απουσίας των επιστημών, τη λειτουργία του φυσικού περιβάλλοντος, τρομοκρατημένοι από τους κινδύνους πού αντιμετώπιζαν — θύελλες, καταιγίδες, κεραυνοί, τρικυμίες, θερμοκρασία τρομακτική, ψύχος θανάσιμο — και απορώντας για τα φυσικά φαινόμενα στο στερέωμα — ήλιος, σελήνη, άστρα, γαλαξίας, φως και σκότος — απέδιδαν σε «θεότητες» τη δημιουργία και τη λειτουργία του Σύμπαντος! Εμφανίσθηκαν τότε οι κοσμογονικοί μύθοι. Πρόκειται για φαντασιώσεις πού κυριαρχούσαν πριν από την εμφάνιση και ανάπτυξη της επιστήμης και της υψηλής τεχνολογίας.

Επιβάλλεται, επομένως, ερευνά για την καταγωγή και εμφάνιση των θρησκειών πού θεμελιώνονται με μύθους και «θαύματα», χωρίς καμιά επιβεβαίωση από την ιστορία και την επιστήμη. Επιβάλλεται απομυθοποίηση των θρησκευτικών φαντασιώσεων για εξυγίανση των κοινωνιών της οικουμένης. Αναγκαία ή επιστημονική έρευνα σε όλους τους μύθους πού συγκροτούν τα θεολογικά κείμενα.
Στην προϊστορική περίοδο ο άνθρωπος αναρωτιόταν για τις σχέσεις του με τον περίγυρο και τα φυσικά φαινόμενα, αντικρύζοντάς τα ως μυστηριώδη και υπερφυσικά. Ή «θρησκευτικότητα» αποτελούσε ένα παγκόσμιο φαινόμενο κατά την προϊστορική εποχή εξαιτίας του πρωτογονισμού και της αμάθειας. Ήταν ή πρώτη μυθολογική προσπάθεια ερμηνείας της ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος.
Υπάρχουν δύο μορφές εξηγήσεων για τη δημιουργία του Σύμπαντος. Οι μυθολογίες και οι τερατολογίες των θρησκειών. Ή σωστή απάντηση δίδεται από την επιστήμη. ‘Από τις επιστημονικές έρευνες προκύπτει ότι ο άνθρωπος αποτελεί στοιχείο του φυσικού κόσμου από τον όποιο προήλθε. Στην προϊστορική εποχή θεωρούσαν την παρουσία του ανθρώπου δημιούργημα των θεών. Μερικές θρησκείες ταύτιζαν τα άστρα με τους θεούς. Σε πολλές θεολογικές μυθολογίες οι θεοί κυβερνούσαν τα ουράνια φαινόμενα. Σύμφωνα με όλους τους θρησκευτικούς μύθους, ο ουρανός είναι το… βασίλειο των θεών, το εσωτερικό της γης ή κατοικία του διαβόλου και τα «καμίνια» του “Αδη! Ή χρησιμοποίηση των θρησκειών και στις πέντε ηπείρους από τις εξουσίες αποβλέπει στην τυφλή υποταγή των μαζών. Ή χριστιανική Αγία Τριάς προσαρμόζεται σε μια εξουσιαστική αναλογία. Πατήρ το κράτος, υιός ο λαός, πνεύμα ή κοινωνία!
Στις θρησκευτικές μυθολογίες υπάρχουν αφηγήσεις για θεούς, μάχες θεοτήτων, ερωτικούς δεσμούς και για «γενναίους ήρωες». Μύθοι τα έπη του Όμηρου — Ίλιάς, “Οδύσσεια — και του Ησιόδου — Θεογονία — πού προβάλλουν το «μεγαλείο» των θεών! Ή «Θεογονία» αποτελεί φανταστική αναγωγή στις θρησκευτικές τερατολογίες. Προβάλλει θεοποιημένες τις δυνάμεις του Σύμπαντος κατατάσσοντας τους θεούς σε τέσσαρες γενεές. Ή πρώτη με τη σύζευξη του Ουρανού και της Γαίας, ή δεύτερη με την κατάκτηση της εξουσίας ύστερα από τον ευνουχισμό του Ουρανού, ή τρίτη υπό την κυριαρχία του Διός πού «νίκησε» τους τιτάνες. Ή τέταρτη με τους απογόνους του «νεφεληγερέτη». Οι δύο πρώτοι μύθοι προέρχονται από την Ασία. Ό Ομηρος και ο Ησίοδος δημιούργησαν τη «γενεαλογία» των θεών, έδωσαν στους θεούς επωνυμίες, καθόρισαν τις μορφές και τις εξουσίες τους παραπλανώντας τον λαό όπως οι άλλες θρησκείες.
Γράφει ο Ηρόδοτος για τον Ησίοδο και τον Ομηρο: «Δημιούργησαν, με τα ποιήματα τους, την θεογονία για τους Ελληνες, έδωσαν στους θεούς τις γνωστές ονομασίες, μοίρασαν τιμές και αρμοδιότητες σε καθένα και διαμόρφωσαν την εξωτερική τους όψη». (Ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι καί τοϊσι θεοϊσί τάς επωνυμίας όντες καί τιμάς τε καί τέχνας διελόντες καί εΐδεα αυτών ιτημήναντες (Ηρόδοτος, Μονσαι, Β, 53).

Οι θεοί και οι θεές ήταν όλοι ανθρωπόμορφοι. Οι θρησκείες αποτελούν ανθρώπινη εφεύρεση, μια ανακούφιση μπροστά στην άγνοια, μια απόπειρα εξήγησης του αγνώστου.
Η ΜΑΓΕΙΑ προηγήθηκε της θρησκείας ευνοώντας την ανάπτυξη της μοναρχικής εξουσίας. Τη μαγεία αντικατέστησε ή θρησκεία, ο άνθρωπος όμως βυθίσθηκε σε νέα παραφροσύνη πιστεύοντας στους θρησκευτικούς μύθους, προσδοκώντας βοήθεια κατά τη διάρκεια της ζωής και μεταθανάτια απόλαυση!
Οι μύθοι θεμελιώνουν, με παραχάραξη της ιστορίας, τη διαστροφή της πραγματικότητας και αλλοιώνουν τα επιστημονικά δεδομένα. Προβάλλονται παντού υπερφυσικά και εξανθρώπινα όντα. “Ολες οι θρησκείες ταυτίζονται με τη μυθολογία. Σε έναν ινδικό θρησκευτικό μύθο αναφέρεται ότι ή σελήνη βρισκόταν στη … Γη και απομακρύνθηκε επειδή ένας «ήρωας» επιθυμούσε να την αιχμαλωτίσει και να την προσφέρει στον γιο τον για παιγνίδι! Οργίστηκε ο «ήρωας» και εξαπέλυσε εναντίον της έναν όγκο από περιττώματα με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί ή σελήνη στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα!
Κατά τους θρησκευτικούς μύθους των Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, ο Μαόνι, ψαρεύοντας με αγκίστρια έφερε στην επιφάνεια τα νησιά τον Ωκεανού πού ως τότε βρίσκονταν αθέατα στα βάθη της θάλασσας! Στην ελληνική μυθολογία ο Προμηθεύς χάρισε στους ανθρώπους το πυρ πού ο Δίας διατηρούσε ως «θεϊκή ιδιοκτησία». Άλλα δεν κατόρθωσε ο Προμηθεύς να εμποδίσει την Πανδώρα να ανοίξει το δοχείο όπου ο Δίας είχε κλείσει όλες τις δυστυχίες της ανθρωπότητας!
Σε όλους αυτούς τους μύθους αποδίδουν σήμερα τον χωρισμό της Γης από το στερέωμα, την απομάκρυνση της σελήνης, την παρουσία των νησιών του Ειρηνικού, τη χρησιμοποίηση του πυρός από τους ανθρώπους αλλά και την τραγωδία πού προκαλούν οι ασθένειες και ο θάνατος. Αυτά τα παραδείγματα επισημαίνονται στους κοσμογονικούς μύθους των Αιγυπτίων, των Ελλήνων, των Βαβυλωνίων και των Ιουδαίων.
Ή αρχαία ελληνική θρησκεία καταγράφεται στα μυθολογικών πηγών λογοτεχνικά έργα της εποχής — ποίηση, τραγωδίες, φιλοσοφία κ.λπ. Στα ονόματα των θεών υποκρύπτονται φυσικά φαινόμενα, έντονες εικόνες του περιβάλλοντος. Πρόκειται για συνέχεια των θρησκευτικών πηγών της Παλαιολιθικής και Νεολιθικής εποχής και της εποχής του Χαλκού. Προηγείται ή ινδοευρωπαϊκή περίοδος. Στην Ελλάδα κατοικούσαν άνθρωποι από την παλαιολιθική εποχή, από την έβδομη χιλιετία π.Χ. Κατά την εποχή τον Χαλκού — τρίτη χιλιετία π.Χ. — η ελληνική πολιτιστική πρόοδος προερχόταν από την Ανατολή – Ινδία, Μεσοποταμία, Αίγυπτος — και συνοδευόταν από τη μεταλλοτεχνία. Τα σπήλαια ήταν ή πρώτη κατοικία των ανθρώπων. Αργότερα έγιναν τόποι ταφής αλλά και κατοικία… θεών!
Τα αγάλματα και οι τοιχογραφίες, έργα καλλιτεχνών, οργάνων της εξουσίας, αποτελούσαν επίδειξη βασιλικής μεγαλοπρέπειας και καθαγιασμό της μοναρχίας. Ή θρησκευτική λατρεία συνδέεται με την ανακτορική πρωτοκαθεδρία. Ή θρησκεία είναι δημιούργημα του ανθρώπου με δύο κίνητρα. Την επιθυμία για γνώση των αιτίων των φυσικών φαινομένων και την ανησυχία για το μέλλον. Οι άνθρωποι κατέχονται από τρόμο για το αύριο αγνοώντας τα αίτια λειτουργίας του φυσικού περιβάλλοντος.
Επομένως οι «θεοί» επινοήθηκαν, εξαιτίας του φόβου και της ανησυχίας των ανθρώπων. Επιθυμούσαν επίσης οι άνθρωποι να γνωρίσουν τα αίτια των φυσικών φαινομένων. Και αυτό τους ανάγκαζε, επειδή ή επιστήμη ήταν ανύπαρκτη, να αποδίδουν σε θεούς τη δημιουργία του Σύμπαντος αναγνωρίζοντας τους παντοδύναμους και μοναδική ελπίδα σωτηρίας!
Ή θρησκεία αποτελεί εφεύρημα του ανθρώπου, έργο των κοινωνιών. Οι θεοί είναι προσωποποίηση των φυσικών δυνάμεων και αργότερα των κοινωνικών. Ολες οι θρησκείες αποτελούσαν αντανάκλαση των φανταστικών ανθρώπινων αποριών για το φυσικό περιβάλλον, γήινο και ουράνιο. Οι εξωτερικές δυνάμεις του Σύμπαντος αποτελούσαν τα κίνητρα ανθρώπινων φαντασιοπληξιών. Στην αρχαιότητα κάθε έθνος και κάθε φυλή είχαν τη δική τους θρησκεία πού καθοριζόταν από το περιβάλλον και τα προβλήματα της ζωής.
Οι γήινες και εξωπλανητικές δυνάμεις υπήρξαν ή αιτία των υπερφυσικών φαντασιώσεων και θεοποιήσεων. Αδύναμοι οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν την καταστροφική ισχύ των περιβαλλοντολογικών φαινομένων υπέθεταν ότι υποκρύπτουν μυστικές, αθέατες και πανίσχυρες «θεϊκές» δυνάμεις. Ή απουσία των γνώσεων, ή επιστημονική άγνοια, ή αμάθεια, δημιουργούσαν την εντύπωση ότι τις δυνάμεις της φύσης αλλά και τη ζωή των ανθρώπων και του ζωικού κόσμου υποκινούσαν αθέατες, υπερκοσμικές και πανίσχυρες θεότητες! Ή γνώση της αλήθειας και ή επιστημονική έρευνα εμφανίσθηκαν υστέρα από πολλές χιλιετίες. Σ’ αύτη την περίοδο κυριαρχούσαν ο τρόμος και ή φαντασία πού κατέληγαν στους μύθους για θεότητες. Τα φυσικά φαινόμενα καλλιεργούσαν τις προλήψεις και ο πρωτογονισμός τη μυθοπλαστία για υπερκοσμικές δυνάμεις. Οι θρησκείες αποτελούσαν θρύλους και παραδόσεις της προϊστορικής εποχής.
Για τη θεμελίωση του μύθου περί θεού – δημιουργού, εγκατεστημένου στον ουρανό, θα ανεγερθούν και μνημεία και θα καθιερωθούν λατρείες για τις θεότητες με στρατιές κληρικών σε όλες τις ηπείρους. Στους «πιστούς» επικρατεί δέος για τις υπερφυσικές παντοδύναμες ουράνιες θεότητες και αγωνία για τη μεταθανάτια μοίρα τους. Καλλιεργούνται έτσι ο φανατισμός και η μοιρολατρία, ή αίσθηση της δουλείας και της προσωπικής αδυναμίας αλλά και οι κάθε λογής προλήψεις. Θρησκόληπτο το άτομο στον αρχαίο κόσμο συνειδητοποιούσε την εξάρτηση από το Υπερπέραν και φρόντιζε να εκδηλώσει με προσκυνήματα, λατρείες και αφιερώματα, την αφοσίωση του στην «παντοδύναμη» θεότητα! Τα θρησκευτικά βιβλία βασίζονταν στον πρωτογονισμό, στην αμάθεια, στην απουσία της έρευνας και της επιστήμης, στην έλλειψη γνώσεων για το φυσικό περιβάλλον, στην κοινωνική βαναυσότητα και στο πνευματικό σκότος.
Ή θρησκεία, εξαιτίας της άγνοιας, τον τρόμου, των διαστρεβλώσεων και της αγωνίας, οδηγούσε στον παραλογισμό, στην πίστη, σε τερατώδεις μυθοπλασίες, στον σκοταδισμό και στο πνευματικό κενό.
Ό θεός ή οι θεοί εμφανίζονταν στα αρχαία θρησκευτικά κείμενα ως δημιουργοί του Σύμπαντος, ως ρυθμίζοντες και κατευθύνοντες τα πάντα, τη φύση και τη ζωή. Πρόκειται για τερατολογίες επειδή τα πάντα είναι επιτεύγματα του ανθρώπου και τα φαινόμενα του περιβάλλοντος φυσικές εξελίξεις. Ή απεραντοσύνη, το χάος του στερεώματος, τα φαινόμενα τον ουρανού, προκαλούσαν δέος και καλλιεργούσαν τον μύθο του θεού – δημιουργού, αθέατου αλλά παντοδύναμου! Άλλα και με την εμφάνιση της επιστήμης, οι μύθοι περί θεών παρέμειναν στη συνείδηση των ανθρώπων πού ενστερνίζονταν τις φαντασιώσεις περί υπερφυσικών δυνάμεων πού προωθούσαν και ευλογούσαν τις τοπικές εξουσίες!
ΓΙΑ ΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ των θρησκειών έπαιξε ρόλο ή απαιδευσία, ή άγνοια και ή απουσία της επιστήμης αλλά και ο τρόμος των ανθρώπων για το φυσικό περιβάλλον. Χωρίς την επιστημονική γνώση κυριαρχούσε ο φόβος, ή απελπισία και ή προσδοκία για κάποια… «ουράνια» προστασία και σωτηρία. Ή γνώση της αλήθειας, ύστερα από χιλιετίες, γύρω από τα φυσικά φαινόμενα του Σύμπαντος, εμπλουτίζει το άτομο με την κατανόηση για το ολέθριο και το ακίνδυνο, για το ωραίο και το αποτρόπαιο, για τους ρυθμούς λειτουργίας των φυσικών φαινομένων και γελοιοποιεί τις θεολογικές μυθολογίες, τις φαντασιώσεις και τις τερατολογίες.
Ή διανόηση ελευθερώνει τον άνθρωπο και απομακρύνει τον δουλικό τρόμο μπροστά στο άγνωστο του περιβάλλοντος. Ή μελέτη και τα επιστημονικά συμπεράσματα διαπαιδαγωγούν το άτομο και το καθιστούν ελεύθερο, σκεπτόμενο και θαρραλέο. Ή θρησκευτική μυθολογία συμπορευόταν με την εξουσία πού διεκδικούσε την ταύτιση του δεσποτισμού με το υπερφυσικό, με τις «θεϊκές υπερδυνάμεις»!
Ή παραδοχή της θρησκευτικής μυθολογίας αποτελεί μια μορφή νόσου πού οδηγεί το ανθρώπινο γένος στη δυστυχία επειδή εξελίσσεται σε κοινωνικό φαινόμενο που υποβοηθεί τις αυταρχικές, τυραννικές και διεφθαρμένες εξουσίες και παραμερίζει την πρόοδο και το δημιουργικό πνεύμα των λαών, την ειρήνη και την αλληλεγγύη. Οι θρησκείες δεν καταδίκασαν τη δουλεία, πού συνεχίσθηκε επί χιλιετίες και δεν υπερασπίσθηκαν τη δικαιοσύνη και την αρετή. Υιοθετούσαν και την ανισότητα και δουλεία του γυναικείου φύλου. Δεν υπάρχουν θρησκείες πού ταυτίζονται με την αλήθεια. Εμφανίσθηκαν σε εποχή πρωτογονισμού αλλά επιβιώνουν οι μυθολογικές παραδόσεις, οι απανθρωπίες και οι αγριότητες των εξουσιών και ή δειλία και σιωπή διανοουμένων και επιστημόνων της οικουμένης. Οι θεοί, όπως αποκαλύπτει η Π. Διαθήκη και το βαβυλωνιακό θρησκευτικό έπος, δημιουργούν τον άνθρωπο για να υπηρετεί ως σκλάβος!
Στη θρησκευτική μυθολογία περιλαμβάνεται και ή φαντασίωση περί «επιβίωσης» της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον. Ακόμη και «ανάσταση» νεκρών! Σ’ αυτόν τον μύθο ανήκει η Κόλαση και ο Παράδεισος. Ή επιστήμη όμως έχει διαπιστώσει ότι ή ψυχή του ανθρώπου, το πνεύμα του, εξαφανίζεται όταν σβήσει ή ζωή!
Ό λόγος περί θεών αποτελούσε απασχόληση των ποιητών. Ό Ομηρος και ο Ησίοδος καταγράφουν τη θρησκευτική μυθολογία της αρχαϊκής εποχής. Οι λυρικοί ποιητές προσδίδουν καλλιτεχνικό χαρακτήρα στις περιγραφές, με αποχρώσεις και παραλλαγές. Ή αρχαία ελληνική ποίηση καταγράφει μυθολογικά στοιχεία, υπερφυσικά και φαντασιώδη. Προκαλεί φρίκη ο ισχυρισμός του Αριστοτέλη ότι «ή ποίηση είναι πιο φιλοσοφημένη και σπουδαιότερη από την ιστορία». (Διό καί φιλοσοφώτερον καί σπονδαιότερον πυίησις ιστορίας εστίν (Αριστοτέλης, Ποιητική, κεφ. 9, 145Ά).
Ή αρχαία ελληνική θρησκεία καταγράφεται στα μυθολογικών πηγών λογοτεχνικά έργα της εποχής — ποίηση, τραγωδίες, φιλοσοφία κ.λπ. Στά ονόματα των θεών υποκρύπτονται φυσικά φαινόμενα, έντονες εικόνες του περιβάλλοντος. Πρόκειται για συνέχεια των θρησκευτικών πηγών της Παλαιολοθικής και Νεολιθικής εποχής και της εποχής του Χαλκού. Προηγείται ή ινδοευρωπαϊκή περίοδος. Στην Ελλάδα κατοικούσαν άνθρωποι από την παλαιολιθική εποχή, από την έβδομη χιλιετία π.Χ. Κατά την εποχή τον Χαλκού — τρίτη χιλιετία π.Χ. — η ελληνική πολιτιστική πρόοδος προερχόταν από την Ανατολή – Ινδία, Μεσοποταμία, Αίγυπτος — και συνοδευόταν από τη μεταλλοτεχνία. Τα σπήλαια ήταν η πρώτη κατοικία των ανθρώπων. Αργότερα έγιναν τόποι ταφής αλλά και κατοικία… θεών!
Τα αγάλματα και οι τοιχογραφίες, έργα καλλιτεχνών, οργάνων της εξουσίας. Ή ποικιλία των κοσμογονικών μυθολογιών οφείλεται και στη φαντασία των διανοουμένων — συγγραφέων και ποιητών — και καλλιτεχνών πού από το χάος και την ανυπαρξία «δημιουργούν» τους θεούς. Ό Πλάτων γράφει: «Τίποτα δεν γνωρίζομε για τους θεούς, ούτε για τους ίδιους ούτε για τα ονόματα τους πού κάποτε οι ίδιοι επενόησαν για τον εαυτό τους» (.Οτι περί θεών ουδέν ίσμεν, ούτε περί αυτών ούτε περί των ονομάτων, άττα ποτέ εαυτούς καλούσιν . Πλάτων, Κρατύλος, 400ά).
Οι Στωικοί υποστηρίζουν ότι ο κόσμος, η ανθρωπότητα αποτελεί μια ενότητα, πού σημαίνει ειρηνική συμβίωση και αλληλεγγύη των λαών.
Συγγραφεϊς ψυχολόγοι εκφράζουν τη γνώμη ότι οί θρησκείες αποτελούν φαινόμενο της προεπιστημονικής εποχής. (Daniel Batson: Moon Madness: Creed or Creed?. “London 1963 σ. 218″). Ό Αγγλος συγγραφέας Bryan Wilson φρονεί ότι οι θρησκείες δεν προσαρμόζονται στην εποχή μας. Πρόκειται για «αναχρονισμό στην ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας».(The Return of the Sacred. London 1979) Και προσθέτει ότι άνθρωποι της εποχής μας, εξαιτίας της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, δεν ενδιαφέρονται για τις θρησκείες.
Ποιες είναι οι συνέπειες των θρησκειών; Ποιο το αντίκρισμα των θρησκειών στους λαούς; Οι θρησκείες εκφράζουν, υποστηρίζουν και νομιμοποιούν τα συχνά βάρβαρα και απάνθρωπα κοινωνικά συστήματα της εποχής μας.
Δημιουργός των «θεών» είναι ο άνθρωπος, κατά την περίοδο του πρωτογονισμού και της αμάθειας, στην προϊστορική περίοδο. Ή επιστήμη, ή λογική, ή ορθή σκέψη καταλήγουν σήμερα στο συμπέρασμα ότι ο «θεός» αποτελεί εύρημα των μυθογράφων και των επιπόλαιων διανοουμένων πού οδήγησαν την ανθρωπότητα στη δυστυχία, στην αχρειότητα και στον σκοταδισμό. Οι θρησκείες δεν έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και να οδηγήσουν στη βελτίωση του βίου των λαών. Υπήρξαν πάντοτε όργανα των εξουσιών ή συμπορεύονταν με τους αχρείους αυτοκράτορες, μονάρχες και τυράννους.
Μερικοί ερευνητές επισημαίνουν ψευδοθρησκείες και «γνήσια θρησκεύματα». Στην πραγματικότητα, όλες ανεξαιρέτως οι θρησκείες της υφηλίου είναι μυθοπλαστίες. Καμιά θρησκεία δεν διακατέχει αποδεικτικά ιστορικά στοιχεία για ύπαρξη θεών, δημιουργών του Σύμπαντος. Τα θρησκευτικά κείμενα και των πέντε ηπείρων αποτελούν μύθους και φαντασιώσεις σε πεζό και ποιητικό λόγο, απαραίτητα και δραστικά βοηθήματα των εξουσιών.
Οι Έλληνες της αρχαιότητος εμπλούτισαν τη θρησκευτική μυθολογία τους – ακόμη και την τέχνη και τη γλώσσα — με υλικό και στοιχεία από την Ανατολή. Πολλοί φιλόσοφοι, ανάμεσα τους ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας και ο Δημόκριτος, ταξίδεψαν στην Ασία και συγκέντρωσαν μυθολογικό υλικό, δόγματα και σύμβολα από τα βάθη της ηπείρου. Ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα συγκέντρωσε υλικό από την Ασία και την Αφρική — Περσία, Αίγυπτο κ.ά.
Ή ερευνά των θρησκειών πρέπει να πραγματοποιείται από τη σκοπιά της επιστήμης και της ιστορίας που καταγράφουν την αλήθεια υστέρα από μελέτη διαχρονική. Ή επιστημονική κριτική αποκαλύπτει τη θρησκευτική μυθοπλαστία πού, διαμέσου των χιλιετιών, εντάσσεται στη συνείδηση και στο πνεύμα της ανθρωπότητας. Υπάρχει μία θεαματική σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και τις θρησκείες. Ή επιστήμη που υπερασπίζεται την πραγματικότητα και η ιστορία την αλήθεια, αποκαλύπτουν τον μύθο των θρησκειών. Άλλα οι θρησκείες επιζούν και μάλιστα δυναμικές. Ή επιστήμη επισημαίνει την κοσμογονική αλήθεια και τις μυθοπλαστίες.
Ή επιστημονική έρευνα για τις θρησκείες αποβλέπει στην επισήμανση της γνώσης, της λογικής και της αλήθειας διαμέσου των χιλιετιών. Αλήθεια που φέρει εις φως την πραγματική εξέλιξη του Σύμπαντος και της ανθρωπότητος, τα «μυστήρια», τα «θαύματα» και τις ψενδολογίες. Μύθος και θρησκεία συμβαδίζουν, η πίστη ταυτίζεται με τις φαντασιώσεις, με τη λατρεία του υπερφυσικού πού προβάλλει η άγνοια. Ή ιστορία, ή ακριβής δηλαδή καταγραφή της αλήθειας, είναι άγνωστη. Κυριαρχεί παντού η μυθολογία του φανταστικού, του ψεύδους και της απάτης. Πρόκειται για μύθους, αλλά οι σύγχρονες κοινωνίες, εξαιτίας της διαφθοράς των εξουσιών και μεγάλων τμημάτων διανοουμένων και καλλιτεχνών, τους αποδέχονται! Τον πολυθεϊσμό διαδέχθηκε ο μονοθεϊσμός πριν από δυόμιση χιλιετίες. Αντικείμενα λατρείας ο ήλιος, ή σελήνη, τα ύδατα, το πυρ, τα βουνά. Ό ήλιος εμφανιζόταν πάνω σε άρμα!
ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ συμπορεύονταν με τις εξουσίες. Αυτοκράτορες, μονάρχες, τύραννοι εμφανίζονταν ως υιοί θεών και συχνά αποθεώνονταν. Ή πίστη των λαών σε θεότητες δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για ψυχολογική προσαρμογή στις πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές αχρειότητες. Οι «άρχοντες» αποτελούσαν το ενδιάμεσο μεταξύ θεών και ανθρώπων. Οι μυθοπλασίες των θρησκειών καλλιεργούσαν την εξάρτηση μεταξύ «θεών» και λαών. Οι πιστοί προσδοκούσαν την έννοια των «θεών», οι «θεοί» τις θυσίες και τις προσφορές των ανθρώπων!
Ή εγκόσμια εξουσία ταυτιζόταν, κατά την αρχαιότητα, με τη θεϊκή. Οι δυνάστες εμφανίζονταν ως εκπρόσωποι ή ομοιώματα των θεών. Κατά τους Ρωμαίους αυτοκράτορες θρησκεία ανήκει στην επίγεια κυριαρχία βασιλέων και άλλων εξουσιαστών — cuius regio, eius religio! Ή πολιτική εξουσία ευθυγραμμίζεται με τη θρησκευτική. Στον χώρο του χριστιανισμού οι αντιθέσεις και συγκρούσεις ανάμεσα στη δυτική και ανατολική εξουσία, οδήγησε στη διάσπαση, στο σχίσμα του θρησκεύματος, σε Ορθοδοξία και Καθολικισμό, με συνέπεια πολυαίμακτες συγκρούσεις — σταυροφορίες κ.λπ. — με τη συνεργασία Εκκλησιών και αυτοκρατόρων.
Πολλοί προχωρούσαν, με συμφεροντολογικά κίνητρα, σε άλλα θρησκεύματα. Κυρίως οι παράγοντες της εξουσίας, οι μεγιστάνες του πλούτου, οι φεουδάρχες κ.ά. Οι θρησκευτικοί προσανατολισμοί καθορίζονταν από τα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα. Συχνά, η προσχώρηση σε άλλα θρησκεύματα, γινόταν με την άσκηση βίας και εξολοθρευτικών απειλών, με συνέπεια απεθνικοποιήσεις, υποδουλώσεις και ηθικούς ευτελισμούς. Το θεοκρατικό ισλαμικό καθεστώς κατόρθωσε να εντάξει πληθυσμούς ολόκληρων περιοχών στον μουσουλμανισμό με την απειλή ομαδικών σφαγών. Ή θρησκευτική ένταξη αποτελούσε το σημαντικότερο κίνητρο για τη στερέωση των κατακτητικών φιλοδοξιών. Ή θρησκεία αποτελούσε για τους κατακτητές τον σπουδαιότερο σύμμαχο και την αυθεντική εγγύηση ισχύος και λαϊκής υποταγής.
Θρησκεία και εξουσία ήταν αλληλένδετες, σύμμαχοι και συνεργάτες με αμοιβαίες προσφορές, συμβιβασμούς και διασαλπίσεις κοινών επιδιώξεων. Ή πολιτική εξουσία — αυτοκράτορες και μονάρχες — θεωρείται στον χριστιανικό κόσμο θεϊκή προσφορά! «Πάσα ψυχή έξουσίαις ύπερεχούσαις ύποτασσέσθω ου γαρ εστίν εξουσία ει μη υπό Θεοϋ’ αί δε ούσαι έξουσίαι υπό Θεού τεταγμέναι είσίν. Ωστε ο αντιτασσόμενος τη εξουσία τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν».(Επιστολή Παύλου προς Ρωμαίους, ιγ’ 1-2) «Τον Θεόν φοβείσθε, τον βασιλέα τιμάτε» (Επιστολή Πέτρου Α, β’17).
Οι διασυνδέσεις πολιτικής και θρησκείας οδηγούσαν στον έλεγχο των μαζών από την εξουσία. Ό κλήρος εξαγίαζε τους μονάρχες και οι κυβερνώντες επιδίωκαν την θρησκοληψία των λαών για ψυχολογικό και εν συνεχεία πολιτικό έλεγχο και εκμετάλλευση, για εκφοβισμό και εξαπάτηση των μαζών. Κληρικοί του ιταλικού και του γερμανικού Καθολικισμού συμπορεύονταν με τον φασισμό του Μουσολίνι και του Χίτλερ, εξυμνώντας τους με πρωτοβουλία του Βατικανού και των καρδιναλίων. Οι κατακτητικές εξουσίες χρησιμοποίησαν τη θρησκεία ως μέσο υποταγής των λαών ταυτίζοντας την με τη δική τους κυριαρχία!
Εξουσίες και θρησκείες συμπορεύονται. Για τις μοναρχίες ή θρησκεία αποτελεί παράγοντα ισχύος. Στις μουσουλμανικές χώρες, ακόμη και σήμερα, οι εξουσίες χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως πολιτικό σύμμαχο και υποκινητή του φανατισμού και της βίας. Οι πάπες φιλοδοξούσαν την πολιτικοκοινωνική εξουσία του δυτικού κόσμου. Ήταν ο μεταχριστιανικός «καισαροπαπισμός». Οι πάπες ευθυγραμμίζονταν με τις αυθαιρεσίες των αυτοκρατόρων. Στη Γαλλία αναπτύχθηκε ένας διπλός προτεσταντισμός. Ό αστικός προτεσταντισμός πού περιλάμβανε τους μεγιστάνες του πλούτου — βιομηχάνους, τραπεζίτες κ.λπ. — και ο λαϊκός προτεσταντισμός. Ό πρώτος υπήρξε σύμμαχος των οικονομικών εξουσιών και της μοναρχίας. Στις πρωτόγονες κοινωνίες κυριαρχούσε ή θρησκευτική μυθολογία χωρίς καμιά ιστορική θεμελίωση. Υπάρχει και ή σύγχρονη θρησκευτική μυθολογία, ευτελισμός της ιστορικής αλήθειας και της επιστήμης.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ή ανθρωπότητα από τη μυθολογία των θρησκειών και να προσανατολίζεται πάντοτε στην αληθινή παγκόσμια ιστορία χωρίς παραχαράξεις, ψευδολογίες, απάτες και αχρειότητες πού παραπλανούν και διαφθείρουν τους πολίτες του πλανήτη. Στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ή εξουσία υποτασσόταν στις θρησκείες. Ό αφανισμός των αρχαίων δυναστειών προκάλεσε και την εξαφάνιση των θρησκειών. Κατά τη βυζαντινή περίοδο το κράτος ήταν θρησκευτικό και τα δόγματα της θρησκείας αποτελούσαν κρατική πολιτική.
Ή φεουδαρχική οργάνωση της Εκκλησίας οδήγησε, διαμέσου της θρησκείας, στην ιεροποίηση των κάθε λογής δυναστειών. Ή προτεσταντική μεταρρύθμιση του ΙΣΤ αιώνα αντιστοιχούσε στη μεταλλαγή της φεουδαρχικής κοινωνίας σε καπιταλιστική. Στον Μεσαίωνα ή θρησκεία κυριαρχούσε στον κοινωνικό και πολιτικό βίο παρά τις συγκρούσεις μεταξύ Εκκλησίας και δυναστών και κυρίως μεταξύ πάπων και αυτοκρατόρων. Αργότερα, ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, θα διακηρύξουν την υπεροχή της θρησκείας και την υποταγή των εξουσιών στη χριστιανική πίστη. Θα ακολουθήσει ή ευτέλεια διανοουμένων πού υποστήριζαν την υποταγή της θρησκείας στην πολιτική.
Στον Μεσαίωνα επικρατούσε ή άποψη ότι δεν πρέπει να θεραπεύονται οι ασθένειες επειδή οφείλονται στη θέληση τον θεού, στην τιμωρία των … αμαρτωλών! Στη Γενεύη, ο Καλβίνος πυρπόλησε 14 άτομα πού έπασχαν από πανούκλα. Ή Καθολική Εκκλησία αντιμετώπιζε με σιωπή την ιατρική. Από τις αρχές του ΙΒ αιώνα απαγορευόταν στους κληρικούς παρέμβαση για ιατρική βοήθεια. (Claude Allegre: Dieu face a la science. Paris 1997 σ. 150) Στον ΙΘ αιώνα η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε τους εμβολιασμούς για αντιμετώπιση των επιδημιών. Ισχυριζόταν ότι ο θεός συγχωρεί και σώζει όποιον θέλει! «Ό Θεός δημιούργησε τη φύση με τις επιδημίες, ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη θεϊκή δημιουργία»! Το 1832 ή επιδημία της χολέρας χαρακτηριζόταν από τον πάπα «θεϊκή τιμωρία»! Ό άνθρωπος πρέπει να υποφέρει για να πληρώνει τις αμαρτίες του. Κάθε θρησκεία ήταν εχθρός των άλλων θρησκειών. Επομένως δεν υπήρχε «αληθινή» θρησκεία. Οι χριστιανοί της ρωμαϊκής εποχής ονομάζονταν «άθεοι» επειδή δεν προσκυνούσαν τους ρωμαϊκούς θεούς.
Σε όλα τα θρησκευτικά συστήματα, στον ινδουισμό, στον ιουδαϊσμό, στον χριστιανισμό, στον ισλαμισμό, οι γυναίκες απωθούνται στο περιθώριο. Ή τελετουργική άσκηση ανήκει αποκλειστικά στους άνδρες. Υποτίμηση των γυναικών, περιφρόνηση από όλες τις θρησκείες, ανισότητα, καταπίεση, εξάρτηση. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου ο Απόλλων διακηρύσσει ότι ή γυναίκα αποτελεί αντικείμενο και όχι ανθρώπινη ύπαρξη. Τρέφει απλώς το σπέρμα όπως το χώμα των χωραφιών τους σπόρους της καλλιέργειας. Ό άντρας σπέρνει, αυτός… γεννάει! Ή έγκυος δεν είναι μητέρα. Το μητρικό αίμα δεν κυλάει στις φλέβες του βρέφους! Και κατά τον Αριστοτέλη ο ρόλος του θηλυκού είναι παθητικός. Ή ενεργητική λειτουργία ανήκει στους άρρενες!
Στην αρχή τον κόσμου δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα. Ολα τα πλάσματα ζούσαν στη γη. Ό άνθρωπος, κατά τη μυθολογία, μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ζώο αν επιθυμούσε και το ζώο μπορούσε να γίνει ανθρώπινη ύπαρξη! Δεν υπήρχε διαφορά. Τα πλάσματα ήταν άλλοτε ζώα και άλλοτε άνθρωποι. Ολος ο κόσμος μιλούσε μια μόνο γλώσσα. Αυτή ήταν, κατά τη μυθολογία, ή δημιουργία τον κόσμου. Ή επιστήμη έχει αποκαλύψει όλα τα «μυστήρια» του Σύμπαντος, από τον Γαλαξία ως τους πλανήτες και τα φυσικά φαινόμενα της Γης. Το μεταφυσικό και υπερφυσικό αποτελούν μυθοπλαστία. Χρειάζεται πάντοτε ανθρωπολογική έρευνα.
Ο ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ των ευρωπαϊκών λαών δεν έσβησε τις ειδωλολατρικές παραδόσεις. Από τη νεολιθική εποχή υπήρχε θρησκευτική λατρεία των υδάτων, των φυτών και των λίθων. Ό αρχαίος μύθος των ηρώων πού εξόντωναν δράκοντες εντάχθηκε στον μύθο τον αγίου Γεωργίου. Έξεικονίζεται έφιππος να θανατώνει με λόγχη ένα τερατώδες ερπετό. Ή παρθενογένεση πού αναφέρεται στις αρχαίες θρησκείες υιοθετήθηκε από τη χριστιανική μυθολογία για τη μητέρα του Ιησού. Το ίδιο και ή ανάσταση. Πάμπολλα μυθολογικά περιστατικά των αρχαίων θρησκειών έχουν ενταχθεί στον χριστιανισμό.
Οι καλικάντζαροι, αποκρουστικά και δύσμορφα όντα, πού εμφανίζονται από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια, τέρατα πού εκτινάσσονται από τη γη, αποτελούν προέκταση των Κενταύρων της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Από το αρχαϊκό βάδισμα πάνω στη φωτιά επιβιώνουν τα σύγχρονα Αναστενάρια. Τα Καρναβάλια αποτελούν επανάληψη των διονυσιακών τελετών της αρχαιότητος και των αθηναϊκών «Ανθεστηρίων». Μερικά θέματα πού καταγράφονται στα ομηρικά έπη ανανεώνονται στη βαλκανική λαϊκή παράδοση. Σε θρησκευτική μυθολογία της ρουμανικής Τρανσυλβανίας αναφέρεται ότι ο θεός κατεβαίνει από τον ουρανό με μια σκάλα από … κερί, με πολυτελή ενδυμασία στολισμένη με άστρα!
Ή ουτοπία στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας οδηγεί στη φθορά. Στην κοινωνία κυριαρχεί η ιστορική μυθολογία πού συνεχίζεται από την αρχαιότητα εξαιτίας της διαφθοράς των εξουσιών της υφηλίου. Στον χώρο του πολιτισμού, στον κύκλο των διανοουμένων, συνεχίζεται ή εξάρτηση, ή ευτέλεια και ή ψευδολογία των ΜΜΕ, υποδουλωμένων στους οικονομικούς «άρχοντες» και τις πολιτικές εξουσίες. Ή μυθολογία επεκτείνεται και στη λογοτεχνία και κυρίως στον χώρο των μυθιστορημάτων πορνογραφίας και φαντασιώσεων.
Κατά το Νίτσε, ο «πιστός» δεν είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή έχει προσδεθεί σε ένα θεό. Αν το «θεϊκό» είναι συνώνυμο της ελευθερίας, ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει αυτή την Ιδιότητα και πρέπει αυτός να είναι θεός! Και ό Σάρτρ σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις τον Νίτσε, γράφει: «Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει πως πρέπει να επιδιώκεις να γίνεις θεός. Αν κάποιος προτιμά την ανθρώπινη ιδιότητα πρόκειται για βαθιά επιθυμία πού αποβλέπει στη θεοποίηση του!
Στην εποχή μας, μερικοί διανοούμενοι και επιστήμονες μεταθέτουν τη θεολογία και τη μεταφυσική στην ανθρωπολογία. Αυτό επιβάλλει ή λογική και ή αρετή. Ό άνθρωπος σκέπτεται και φροντίζει να αποκτήσει τα αναγκαία προσόντα και το ήθος. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι ή θρησκευτική μυθολογία δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση της οντολογίας. Ή θρησκεία δεν θεμελιώνει ούτε καθορίζει την μοίρα του άνθρωπου.
Ή αντίληψη ότι ο «θεός» είναι παντοδύναμος, εμποδίζει την οντολογική προσέγγιση της θρησκείας. Εντάσσεται ο άνθρωπος στη μεταφυσική αντίληψη. Ή δύναμη συνδέεται αποκλειστικά με τα φυσικά φαινόμενα. Ή άσκηση της ελευθερίας αποκλείει την εξάρτηση και την υποδούλωση. Εκείνο πού είναι αναγκαίο για τους ανθρώπους είναι ή ελευθερία και ή υπευθυνότητα του ατόμου. Οι θρησκευτικές δυνάμεις της οικουμένης αντιδρούν στην ιδεολογία της ελευθερίας. Για την αλληλεγγύη των εθνών απαιτείται παγκόσμια ηθική για όλους τους ανθρώπους, χωρίς επιρροή των θρησκειών. Απαιτείται οικουμενισμός της αλήθειας και της αρετής.
Κατά τους τελευταίους δύο αιώνες ή ανάπτυξη της επιστήμης απεκάλυψε τη θρησκευτική μυθολογία και τα θεολογικά ψεύδη. Ό κλήρος όμως όλων των θρησκειών καταφρονεί τις επιστημονικές αποκαλύψεις και εμμένει στην πίστη για τα «θεϊκά θαύματα» που καταγράφουν οι αρχαίοι φαντασιόπληκτοι. Καταφρονεί την επιστήμη στον χώρο της αστρονομίας, της γεωλογίας, της βιολογίας, της ψυχολογίας, των κοινωνιών και της παιδείας. Τα μυθώδη «θαύματα» ταυτίζονται με την αλήθεια και καταγράφονται ως ιστορικά γεγονότα! Οι σεισμοί στην Ινδία ερμηνεύονταν από τον Μαχάτμα Γκάντι ως καταστροφικές ενέργειες των θεών, ως τιμωρία για την «αμαρτωλή» συμπεριφορά του λαου! Οταν η Εταιρεία Προστασίας του Ζωικού Κόσμου ζήτησε τη συνηγορία και υποστήριξη του Βατικανού, ο πάπας απεφάνθη ότι ή κακομεταχείριση των ζώων δεν αποτελεί αδικία επειδή τα ζώα δεν έχουν ψυχή!
Ή αγιοποίηση του σώματος αποτελούσε, κατά την αρχαιότητα, μια γενικής παραδοχής αντίληψη. Σ’ αυτή την ψευδαίσθηση οφείλεται και ή μουμιοποίηση των σωμάτων στην Αίγυπτο. Αυτό συνέβαινε και στην Κίνα όπου απαγορευόταν σε Δυτικούς Ιατρούς να προχωρήσουν σε θεραπευτικές εγχειρήσεις.
Ως τον ΙΗ αιώνα επικρατούσε στην Ευρώπη ή αντίληψη ότι ή παραφροσύνη οφειλόταν στην κατοχή της ανθρώπινης ψυχής από τους διαβόλους! Ακόμη και ή ασθένεια αποδιδόταν σε παρέμβαση των δαιμόνων! Στις Ην. Πολιτείες απαγορεύεται με νόμο ή μετάγγιση αίματος από νέγρους! Χαρακτηρίζεται επικίνδυνο! Στη Γερμανία του ναζισμού θεωρούσαν επικίνδυνη τη μετάγγιση αίματος από Εβραίους!
Οι μονάρχες χαρακτηρίζονται σε όλες τις ηπείρους ως ανώτατα και μάλιστα θεϊκά όντα. Οι λευκοί άνθρωποι υπερτερούν των εγχρώμων και κυρίως των νέγρων! Στην Ιαπωνία, το κίτρινο αποτελούσε το υπέροχο χρώμα. Στην Αϊτή έστησαν άγαλμα και του Σατανά. Ό Χριστός μαύρος και ο διάβολος λευκός! Ή αναγνώριση της κυριαρχίας αυτοκρατόρων, μοναρχών κ.λπ. αλλά και της ανωτερότητος των λευκών, οφείλονται στην «υπεροχή» τους, στην άσκηση δηλαδή εξουσίας στους λαούς και στην ανθρωπότητα. Οταν κατέκτησαν οι Αραβες ρωμαϊκές περιοχές, το μεγαλύτερο τμήμα των λαών εγκατέλειψε τον χριστιανισμό και εγκολπώθηκε τον Ισλαμισμό. Ό διαχωρισμός Ευρώπης σε Καθολικούς και Προτεστάντες οφείλεται στην πολιτική των κυβερνήσεων κατά τον ΙΣΤ αιώνα. Ή εξουσία κυριαρχούσε στη θρησκευτική πίστη. Στον ΙΕ, ΙΣΤ καί ΙΖ αιώνα επικρατούσε στην Ευρώπη ή μαγεία. Χιλιάδες μάγοι και μάγισσες ρίχνονταν στην πυρά!
Κατά τον Πλάτωνα ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι μετά θάνατον θα συμβίωνε στον άλλο κόσμο «με τους θεούς και τους ήρωες» περιτριγυριζόμενος από πνεύματα. Ισχυριζόταν ακόμη ότι ο «μεταθανάτιος κόσμος» πρέπει να ενισχύεται από την κρατική εξουσία, όχι επειδή είναι υπαρκτός αλλά ως όργανο των πολέμων! Οι στρατιώτες θα επιδιώκουν τον θάνατο στις μάχες με την προσδοκία ευδαιμονίας στον κόσμο των νεκρών!
ΟΙ ΘΕΟΙ ΟΛΩΝ των θρησκειών είναι προϊόντα και ευρήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε αθεϊσμός εξαιτίας της αγωνίας και του τρόμου πού προκαλούσε ή άγνοια σχετικά με τη λειτουργία των φυσικών φαινομένου. Αμφισβητήσεις για τις «θεότητες του ουρανού» παρατηρούνται μόνο σε διανοούμενους υψηλού επιπέδου, φιλοσόφους κ.ά. Στο Ποινικό Δίκαιο των Αθηναίων υπήρχε ο όρος «ασέβεια», ή έλλειψη δηλαδή πίστης και αφοσίωσης στο Δωδεκάθεο!
Στον Δ αιώνα π.Χ. μερικοί διανοούμενοι κατηγορούνται για άρνηση της παρουσίας των θεών και για βλασφημία. Οι φιλόσοφοι Καρνεάδης και Πρωταγόρας είχαν κατηγορηθεί για ασέβεια επειδή ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη θεών. Ή θεωρητική, ωστόσο., άρνηση της ύπαρξης θεών, δεν αντιμετωπιζόταν με εχθρότητα και διωγμούς, επειδή οι φιλόσοφοι συμμετείχαν, παρά τις προσωπικές διαφωνίες, στις τελετές για τη λατρεία του Δωδεκαθέου. Στη Ρώμη, όμως, όσοι αμφισβητούσαν την καθιερωμένη θρησκευτική λατρεία αντιμετώπιζαν διωγμούς. Οταν, κατά τη ρωμαιοκρατία, σύρονταν στο δικαστήριο χριστιανοί και δέχονταν συμμετοχή σε εκδηλώσεις λατρείας και θυσιών για «αυτοκράτορες – θεούς» και για τις ειδωλολατρικές θεότητες, οι δικαστές έσπευδαν να τους αθωώσουν!
Μερικοί Αθηναίοι φιλόσοφοι κατονομάζονταν «άθεοι», ως επώνυμο. Ανάμεσα στους φιλοσόφους που αμφισβητούσαν τη λατρεία «θεοτήτων» περιλαμβάνονται ο Ξενοφάνης, ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Πρόδικος, ο Κριτίας, ο Αντισθένης, ο Θεόφραστος, ο Στίλπων, ο Επίκουρος, ο Βίων και ο Ευμενής. Αναφερόταν επίσης ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ως φιλόσοφοι με επιφυλάξεις στη λατρεία των θεών του ελληνισμού. Οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές οδηγούσαν στη μεταμόρφωση των θρησκευτικών αντιλήψεων. Ή ποίηση και η τέχνη συνέβαλαν στην αλλαγή των παλαιών θεολογικών ιδεών. Παρατηρείται άσκηση κριτικής στις παραδοσιακές λαϊκές αντιλήψεις για τις θεότητες. Παράδειγμα τα σχόλια τον Ευριπίδη στις τραγωδίες του.
Στους προκλασσικούς χρόνους ασκούσε κριτική για τους θεούς ο φιλόσοφος και ποιητής Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (ΣΤ αϊ π.Χ.). Ήταν ένας από τους πιο τολμηρούς διανοουμένους της αρχαιότητος, πρόδρομος των ελληνικών επιστημονικών διαλογισμών και ερευνών. Κατηγορεί τον Ομηρο και τον Ησίοδο για την επιπόλαιη μυθολογική ποιητική περιγραφή των φανταστικών θεοτήτων. Και οι δύο απέδιδαν στους θεούς πολλές αχρειότητες ανάμεσα τους, όπως κλοπή, μοιχεία και απάτη. Οι άνθρωποι, γράφει ο Ξενοφάνης, πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν με τα δικά τους χαρακτηριστικά. «Αν τα βόδια, τα άλογα και οι λέοντες μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα αποτύπωναν τους θεούς με τη δική τους μορφή». «Οι νέγροι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι μαύροι, οι Θράκες ότι έχουν γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά». Κατηγορεί τη λαϊκή πίστη για τον ανθρωπομορφισμό των θεών. Απορρίπτει τη λαϊκή άποψη ότι οι θεοί καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον των ανθρώπων.
Κατά την ελληνιστική εποχή και τη ρωμαιοκρατία παρατηρούνται πολιτικοθρησκευτικές αλλαγές. Από την Ανατολή εισβάλλουν στην Ελλάδα πολλές θρησκείες και εντάσσονται στις τοπικές παραδόσεις. Πρόκειται για δυσαρέσκεια σχετικά με τους παλαιούς θεούς και επιθυμία αλλαγής του πολυθεϊσμού χωρίς να επηρεάζεται η λαϊκή πίστη. Στην πολιτική σκέψη και τους κοινωνικούς αγώνες του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη οι θεοί παραμερίζονται. Κυρίαρχος παράγων του λαϊκού βίου είναι, η πολιτική συμπεριφορά των εξουσιών. Κατά την ελληνιστική εποχή παρατηρείται περιορισμός της λαϊκής θρησκευτικής πίστης. Αυτό οφείλεται στη διαφθορά των χρησμών των μαντείων. Ενα από τα τραγικά περιστατικά είναι ο «ιερός πόλεμος» (356-346 π.Χ.), όταν οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς και χρησιμοποίησαν τους θησαυρούς του μαντείου για εξαγορές κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων.
ΟΙ ΣΤΩΙΚΟΙ θα επισημάνουν ότι η θεολογία αποτελεί μια μυθολογική ανθρώπινη επινόηση. Ήταν μία αφελής ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Οι Έπικούριοι δίδασκαν ότι οι θεοί αποτελούν προσωπικά ευρήματα ατόμων. Πολεμική κατά της «λαϊκής πίστης» ασκούσαν οι Κυνικοί φιλόσοφοι στον Α αιώνα π.Χ. Δεν αποδεχόταν ο Διογένης ο Κυνικός τη λαϊκή λατρεία του Δωδεκαθέου. Οι θεοί δεν προσφέρουν τίποτα. Ό Κυνικός φιλόσοφος Βίων ο Βορνσθενίτης (Γ αι. π.Χ.) αρνείται την ύπαρξη θεών. Ενας άλλος Κυνικός φιλόσοφος, ο Μένιππος από τα Γάδαρα (Β. Παλαιστίνη), απορρίπτει τη λαϊκή προσήλωση στις θεότητες. Αναφέρεται στις παλαιές επικρίσεις για τη θρησκευτική μυθολογία και υπενθυμίζει τις φιλοσοφικές κατακραυγές για τη λαϊκή θρησκοληψία.
Στη Ρώμη ο Βάρρων και ο Σενέκας ευθυγραμμίζονταν με τον Μένιππο αλλά και με τον Λουκιανό, για τις τολμηρές του επικρίσεις. Ό φιλόσοφος Ευήμερος (Γ αϊ. π.Χ.) μάχεται εναντίον της αρχαίας ελληνικής προσήλωσης στους μυθικούς θεούς. Διακηρύσσει την ανυπαρξία των θεοτήτων. Επαναστατική και ή διακήρυξη του Εκαταίου από τα Αβδηρα πού θεωρούσε θεούς μόνο τους ανθρώπους με αξία, διανοητικό εμπλουτισμό και αρετή. Υπήρχαν και αχρειότητες κατά τη ρωμαιοκρατία. Ό Κικέρων, όταν πέθανε ή κόρη του Τullia (45 π.Χ.), επιχειρούσε με διασυνδέσεις και διακηρύξεις να την κατατάξει μεταξύ των… θεών! Αξίωσε μάλιστα και ανέγερση ναού για την λατρεία της!
Ό Αγγλος ποιητής Μίλτων (ΙΖ αϊ.) ταυτίζει τον Σατανά με τους αγγέλους. Και θεωρεί τους αγγέλους διαβόλους. Ό συγγραφέας C. Voss (ΙΖ αι.), φρονεί ότι η αρχαία ειδωλολατρεία αποτελεί έργο τον διαβόλου και ότι ο παγανισμός ταυτίζεται με τη λατρεία του Σατανά. Ό Θωμάς Άκουϊνος, στη μελέτη τον για την ειδωλολατρεία, αναφέρεται στη «δαιμονολατρεία» πού κυριαρχούσε στην αρχική περίοδο τον χριστιανισμού. O Dante αποκαλεί τον θεό των χριστιανών «Μεγάλο Αία». Περιγράφοντας τη χριστιανική Κόλαση εντάσσει και τον Χάροντα του Αδη της αρχαιοελληνικής θρησκείας, Ό Ρωμαίος ποιητής Statius, στο έργο τον «Θηβαΐς», γράφει ότι ο Ζευς και ή Έρινύς Τισιφόνη υπήρξαν στην πραγματικότητα … διάβολοι, όπως και οι άλλοι αρχαίοι θεοί!
Υπάρχουν όμως και αντιθεϊστικές εκδηλώσεις στην Αφρική. Ιδού μια «προσευχή» απελπισίας μιας αφρικανικής φυλής: «Θεοί, είσαστε άχρηστοι, δεν κάνετε τίποτα άλλο από το να μας βασανίζετε. Μ’ όλο πού σας προσφέρουμε θυσίες δεν μας προσέχετε, δεν ακούτε τις δεήσεις μας. Λείπουν από όλους μας τα πάντα και συγκεντρώνετε το μίσος μας».
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ αριθμός των θρησκειών στην οικουμένη (Ιδού ο αριθμός των πιστών των σημερινών θρησκειών της υφηλίου: Χριστιανοί, 1870.000.000 (Καθολικοί 1.042.000.000, Προτεστάντες 505.000.000, Όρθόδοξοι, 174.000.000), Μουσουλμάνοι 1.060.000.000, Ινδουιστές 751.000.000, Κινεζικές θρησκείες360.000.000, Βουδιστές 341.000.000, Εβραίοι 14.000.000) καλλιεργεί τις αντιθέσεις, τα μίση και τις βαρβαρότητες. Επιβάλλεται ή δημιουργία και καθιέρωση μιας κοινής, πανανθρώπινης «θρησκείας», μιας παγκόσμιας κοινοτικής ανθρωπιστικής ιδεολογίας που θα προκαλέσει την ενότητα όλων των εθνών της υφηλίου. Ή «πραγματική θρησκεία» μια σύγχρονη ιδεολογία, θα συμφιλιώσει λαούς και ανθρώπους ώστε ή ανθρωπότητα και των πέντε ηπείρων να εξελιχθεί σε μια παγκόσμια οικογένεια. Πρέπει να κυριαρχεί ή λογική, η επιστημονική αλήθεια και η αξιοποίηση όλων των δραστηριοτήτων για την ευδαιμονία των εθνών. Επιβάλλεται η γνώση από όλους της αλήθειας και η αξιοποίηση της στον καθημερινό βίο. Ή γνώση και ή εφαρμογή της αλήθειας θα διασφαλίσει την ευτυχία του ανθρώπινου γένους και την καταπολέμηση της αδικίας, των αχρειοτήτων και της διαφθοράς.
Οι θρησκείες της οικουμένης, θεμελιωμένες στους πασίγνωστους μύθους, προβάλλονται με τα λεγόμενα «θαύματα», τις μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις και τις εντυπωσιακές τελετές. Ή νέα «θρησκεία» — ιδεολογία μιας υφηλίου θεμελιωμένης στην αλήθεια και την αρετή— θα εξαφανίσει, σε παγκόσμια κλίμακα, τις αντιθέσεις, τα μίση, τις πολεμικές αναμετρήσεις και τις συμφορές.
Μοναδικός στόχος για το παρόν και το μέλλον πρέπει να είναι η ευτυχία της ανθρωπότητος με την καθιέρωση, σε παγκόσμια κλίμακα, της λογικής, της αλληλεγγύης, της διεθνούς γαλήνης, της προστασίας της ζωής και της γενίκευσης των ηθικών και ενάρετων κοινωνιών του πλανήτη. Επιβάλλεται η θεμελίωση μιας νέας κοινωνίας όπου θα κυριαρχούν ή επιστημονική αλήθεια, το ήθος, η πρόοδος και κυρίως ή αλληλοβοήθεια των λαών.
Σ αυτή τη νέα «θρησκεία», την κοινωνική, πολιτική οικονομική και πολιτιστική παγκόσμια ιδεολογία, πρέπει, να κυριαρχούν η διεθνής ειρήνη, η ελευθερία, η αδελφοσύνη όλων των εθνών της οικουμένης, η αλληλεγγύη των πολιτών, η ευημερία των λαών και των πέντε ηπείρων, η ισότητα, η ηθική και η εξαφάνιση των όπλων καταστροφής. Κι’ ακόμη ή καταπολέμηση της πενίας, των ασθενειών και επιδημιών και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Europe on the Brink - A Wall Street Journal Documentary


In this documentary, Wall Street Journal editors and reporters examine the origins of Europe’s debt crisis and why it spread with such ferocity to engulf much of the continent and threaten the entire world.

Had Europe faced up to the Greek problem earlier, the crisis would likely be more contained and manageable today. It should have reached a broad pact with Athens by trading growth-promoting reforms for long-term financial guarantees and relief.

But that would have meant telling taxpayers in Germany and other northern European countries that they might have to finance some of the bailout and recovery costs (as they will end up doing anyway). And it would have meant acknowledging that heavily exposed German and French banks might have to be recapitalized at taxpayer expense.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Vincent van Gogh Documentary (Ελληνικά)



Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ (Vincent Willem van Gogh, προφορά στα ολλανδικά: Βίνσεντ φαν Χοχ) (30 Μαρτίου 1853 – 29 Ιουλίου 1890) ήταν Ολλανδός ζωγράφος. Εν ζωή, το έργο του δεν σημείωσε επιτυχία ούτε ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Ωστόσο, μετά το θάνατό του, η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών.
Η επίδραση του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική.

Ζωή και έργο

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ (Zundert) και ήταν ο μεγαλύτερος από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ. Στον Βίνσεντ δόθηκε το όνομα του παππού του, το οποίο είχε δοθεί και στο πρωτότοκο παιδί της οικογένειας, το οποίο είχε πεθάνει σε βρεφική ηλικία. Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh). Το 1873, η εταιρεία τον μεταθέτει στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή, εντείνεται το ενδιαφέρον του για τη θρησκεία, επηρεασμένος εμφανώς και από την ιδιότητα του πατέρα του. Αφού απολύεται από την εργασία του το 1876, επιστρέφει στο Άμστερνταμ για να σπουδάσει θεολογία. Οι σπουδές του διαρκούν για περίπου ένα έτος και το 1878 του ανατίθεται μία θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στην υποβαθμισμένη περιοχή Μπορινάζ, όπου λειτουργεί ορυχείο. Ο βαν Γκογκ κηρύτει για περίπου έξι μήνες επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ένδεια των ανθρώπων της περιοχής. Αυτή είναι και η περίοδος κατά την οποία ξεκινά να σχεδιάζει μικρά έργα και πιθανόν αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη.

Το 1880, σε ηλικία 27 ετών, ξεικινά να παρακολουθεί τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής, ωστόσο σύντομα έρχεται σε ρήξη με τον δάσκαλό του, Αντόν Μωβ (Anton Mauve), γύρω από καλλιτεχνικά ζητήματα. Τα επόμενα χρόνια δημιουργεί έργα κυρίως επηρεασμένα από τη ζωγραφική του Ζαν Φρανσουά Μιλλέ (Jean-François Millet), ενώ ταξιδεύει στην ολλανδική επαρχία ζωγραφίζοντας θέματα που εμπνέεται από αυτή. Το χειμώνα του 1885, παρακολουθεί μαθήματα στην Ακαδημία της Αντβέρπης, τα οποία όμως διακόπτονται πολύ σύντομα αφού αποβάλλεται από τον καθηγητή της ακαδημίας Ευγένιο Σιμπέρ (Eugene Siberdt). Παρά το γεγονός αυτό, ο βαν Γκογκ προλαβαίνει να έρθει σε επαφή με την ιαπωνική τέχνη από την οποία και δανείζεται στοιχεία ή πολλές φορές μιμείται την τεχνοτροπία της. Αρκετές από τις προσωπογραφίες του, περιλαμβάνουν επίσης σε δεύτερο πλάνο κάποιο έργο ιαπωνικής τέχνης.
Την άνοιξη του 1886 επισκέπτεται το Παρίσι όπου ζεί με τον αδελφό του — επιτυχημένο πλέον έμπορο τέχνης — στην περιοχή της Μονμάρτης, κέντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κατά την παραμονή του, έρχεται σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές Έντγκαρ Ντεγκά, Καμίλ Πισάρο, Πωλ Γκωγκέν και Τουλούζ Λωτρέκ. Επηρεάζεται σημαντικά από το κίνημα του ιμπρεσιονισμού και ειδικότερα σε ότι αφορά τη χρήση του χρώματος. Ο ίδιος ο βαν Γκογκ κατατάσσεται περισσότερο στους μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1888, ο βαν Γκογκ εγκαταλείπει τη γαλλική πρωτεύουσα και επισκέπτεται τη νότια Γαλλία και την περιοχή της Προβηγκίας. Υπάρχουν αναφορές πως εκεί εμπνέεται από το τοπίο καθώς και την αγροτική ζωή των κατοίκων, θέματα τα οποία προσπαθεί να αποδόσει και στη ζωγραφική του. Την περίοδο αυτή, επινοεί και μία ιδιαίτερη τεχνική των στροβιλισμάτων με το πινέλο ενώ στους πίνακές του κυριαρχούν έντονα χρώματα, όπως κίτρινο, πράσινο και μπλε, με χαρακτηριστικά δείγματα τα έργα Έναστρος ουρανός και μία σειρά πινάκων που απεικονίζουν ηλιοτρόπια. Το έργο Κόκκινο αμπέλι αυτής της περιόδου είναι επίσης το μοναδικό έργο που κατάφερε να πουλήσει ο βαν Γκογκ εν ζωή. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αρλ, δέχεται και την επίσκεψη του ζωγράφου Γκωγκέν. Ωστόσο, μετά από λίγους μήνες, οι δυό τους διαφωνούν έντονα και λόγω της ασταθούς ψυχικής του υγείας, ο βαν Γκογκ κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού καταλήγοντας στο νοσοκομείο της περιοχής. Υπάρχουν ισχυρισμοί πως ο βαν Γκογκ είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν και προέβη στο κόψιμο του αυτιού του αναζητώντας ένα είδος κάθαρσης από τις τύψεις του.

Το 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στον Σαιν Ρεμύ, όπου και παραμένει συνολικά για ένα περίπου χρόνο πάσχοντας από κατάθλιψη. Κατά την παραμονή του εκεί, συνεχίζει να ζωγραφίζει. Τον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει την ψυχιατρική κλινική και ζει για ένα διάστημα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι, όπου παρακολουθείται από τον γιατρό Πωλ Γκασέ, στον οποίο είχε συστήσει τον βαν Γκογκ ο ζωγράφος Καμίλ Πισαρό. Στο διάστημα που παρακολουθείται ιατρικά, ο βαν Γκογκ παράγει ένα μόνο έργο, που αποτελεί προσωπογραφία του Γκασέ.
Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο Ο κήπος του Ντωμπινύ ή για τον πίνακα Σιτοχώραφο με κοράκια.
Μετά το θάνατο του βαν Γκογκ, η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία, με αποκορύφωμα μεγάλες εκθέσεις έργων του που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι (1901), το Άμστερνταμ (1905), την Κολονία (1912), τη Νέα Υόρκη (1913) και το Βερολίνο (1914).
Συνολικά δημιούργησε σε διάστημα περίπου δέκα ετών περισσότερα από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα σχέδια. Σώζεται ακόμα εκτενής αλληλογραφία του με τον αδελφό του, που περιλαμβάνει περισσότερα από 700 γράμματα. Επίσης ο βαν γκογκ είναι διάσημος για τις πινελιές του οι οποίες πολλές φορές παρουσιάζουν μια κίνηση. (κέιμενο από wikipedia)
http://www.vangoghmuseum.nl



Vincent Van Gogh ~ Ντοκυμαντέρ von KRASODAD

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Letter from Poland Ατύχημα Καζίνσκι


Film about the controversies, incompetency and manipulations surrounding the investigation of the Polish president plane crash in Smolensk, Russia, on April 2010. The movie was made and aired by the Netherlands public TV station.
Do you believe in the Russian explanation of this plane crash, keeping in mind that the poor civilian who videotaped the crash, and caught on video soldiers shooting survivors, was stabbed seriously a few days later, hospitalized, and then murdered in his hospital bed.